Showing posts with label Ιστορία. Show all posts
Showing posts with label Ιστορία. Show all posts

Wednesday, 3 August 2011

Στιγμές καμπής

Δεν τα είχε φτιάξει ποτέ με γιατρό. Της φαίνονταν κάπως. 

Τι σημαίνει αυτό, επέκρινε αμέσως τον εαυτό της. Βρες άλλη λέξη. Δήθεν. (Καλύτερα.) Δήθεν σώζουν τον κόσμο, δήθεν η δουλειά τους έχει νόημα και όλοι οι άλλοι είναι μαϊμούδες, δήθεν είναι οι μόνοι που αντέχουν. Τι αντέχουν; Την πίεση. Το αίμα. Την ανατομία. Το νυστέρι.

Αυτός όμως δεν ήταν έτσι. Ή ίσως να ήταν, όμως μπήκε ύπουλα στην ζωή της και την κέρδισε. Όμορφος όπως της άξιζε (τα βλέμματα πάντα πάνω της ειδικά το καλοκαίρι), με μηχανή - αχ αυτή η μηχανή όλο σε μαλάκες την οδηγούσε αλλά αυτή τα ίδια -, τρυφερός, συγκαταβατικός, ακούει.

Πήγανε στο Ιερό της. Έτσι το είχαν πει. Κάπου στο Σούνιο, το κολπάκι μικρό, οι δυο τους στα βράχια, η θέα τραβούσε, η ζέστη πρακτικά έβγαλε τα ρούχα τους και η βουτιά ήρθε μόνη της.

Τώρα που ο πόθος τούς επέτρεψε να ανακτήσουν το σώμα τους, τους βρίσκουμε ξαπλωμένους στον βράχο να λιάζονται σαν δυο ερωτευμένα θηλαστικά.

- Κόπηκα
- Που; Για να δω!
- Δεν είναι τίποτε. Άλλη μια πληγή. Έχω πολλές. Τι ξέρω όλες. Μία μία, μπορώ να σου πω που τις απέκτησα.
- Χμμμ
- Ναι! Να δες βλέπεις αυτή εδώ στην πατούσα; Ήμουν 12 χρονών ερωτευμένη με τον Γιάννη από το ψιλικατζίδικο. Πήγαινα παντού ξυπόλητη και έτσι και εκεί. Κάθε μέρα για να πάρω τα κόκκινα κρακεράκια. Αχ. Κάθε μέρα για τα κρακεράκια. Αχ, Τα κόκκινα. Αχ, Τα καλύτερα κρακεράκια. Αχ. Για να με δει και να τον δω. Μια μέρα ο Γιάννης δεν είδε πως είχε σπάσει ένα μπουκάλι μπύρας και Αχ!το πάτησα.
- Δεν το πιστεύω!
- Γιατί; Είναι μεγάλο τίμημα να πληρώσεις για τον πρώτο σου έρωτα; Ακόμη έχω το γυαλί, πιάσε.
- Ναι το έχεις! Δεν το πιστεύω;
- Γιατί καλέ;
- Δεν πρέπει να μείνει άλλο μέσα σου. Μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα.
- Τώρα μετά από τόσα χρόνια;
- Ναι, ποτέ δεν ξέρεις πότε μπορεί να δημιουργήσει επιπλοκές. Περίμενε, θα φέρω κάτι να στο βγάλω.
- Όχι καλέ!
- Δεν υπάρχει όχι.
Έτρεξε στο βαλιτσάκι. Έφερε τα πάντα: Νυστέρι, βαμβάκι, οινόπνευμα, γάζες, χανσαπλάστ. Δεν πρόλαβε να πει όχι, να αντιδράσει περισσότερο. Δεν του πήρε και πολύ. Αφαίρεσε το ξένο σώμα, και δεν έτρεξε πολύ αίμα. Σε δυο λεπτά είχε τελειώσει. Δεν είμαι σίγουρος όμως πως είδε όλο το αίμα που χύθηκε.

Την βοήθησε, γλυκά. Ανέβηκαν στην μηχανή και έφυγαν.

Κάτι έμεινε πίσω όμως.

Αυτό το κάτι δεν την άφησε να τον ξαναδεί.

Saturday, 9 April 2011

Ύπουλος επισκέπτης

Ήρθε κοντά μου ύπουλα μια μέρα. Ορκίζομαι δεν την κατάλαβα. Ίσως θα έπρεπε να την περιμένω αλλά ομολογώ αιφνιδιάστηκα.

Πως όμως; Δεν ήταν θέμα μεγέθους. Είναι μεγάλη. Δεν είναι καμιά λεπτοκαμωμένη που περνά εύκολα απαρατήρητη. Φωνάζει είμαι εδώ· δηλώνει την παρουσία της και προκαλεί.

Όχι, όχι δεν φταίει αυτή. Εγώ φταίω και η περιβόητη απροσεξία μου. Από μικρός αφηρημένος - τι ωραία έκφραση αυτή, στο σταυροδρόμι μαθηματικών και γλώσσας - μου μιλούσαν και δεν άκουγα· έψαχνα και δεν έβλεπα.

Όμως δεν έψαχνα. Αλλά ούτε είδα. Δηλαδή ως τώρα. Τώρα όμως δεν έχω επιλογή. Αποκρουστική.

Πως να το δώσω με αναλογία... υπάρχουν κάποια πράγματα που μόνο ο έρωτας μπορεί να ομορφήνει. Σε κανέναν δεν αρέσουν, εκτός αν τυφλώνονται από την γλυκιά λάμψη που ο έρωτας χαρίζει. "Κοιλίτσα μου σ' αγαπώ". Δεν θα το λέγαμε έτσι όλοι οι υπόλοιποι.

Η πρώτη σκέψη είναι να ξεκόψεις. Να χωρίσουν οι δρόμοι μας εδώ και τώρα. Γεια σου, αντίο και δεν τα ξαναλέμε. Είμαι σίγουρος πως γίνεται. Τι διάλο, στον 21ο αιώνα ζούμε. Εδώ υπάρχουν 50 ways to leave you lover. Ναι ναι γίνεται.

Γίνεται, ρώτησες. Αλλά καλύτερα άστο για τώρα. Είναι και καλοκαίρι ας περιμένουμε μέχρι το φθινόπωρο μην ανοίξουμε τώρα δουλειές.

Σωστό σωστό, δεν πειράζει μια μικρή αναβολή αρκεί που υπάρχει δηλωμένη η θέληση, η πολιτική βούληση πως θα γίνει. Μια μικρή αναβολή θα δώσει σε όλους την ευκαιρία να το χωνέψουν να προετοιμαστούν. Έτσι είναι the Greek Way το κάνουν όλοι έτσι, εγώ θα ταράξω τα νερά; Εντάξει λοιπόν καλό καλοκαίρι και ραντεβού τον Σεπτέμβρη.

Έλα μου όμως που φτάσαμε στην άνοιξη και δεν έχω κάνει τίποτε; Ίσως τελικά η ατσαλένια θέληση δεν ήταν τόσο ατσαλένια. Η πολιτική βούληση έδωσε την θέση της στην συνδιαλλαγή.

Όμως δεν είναι απλά τα πράγματα. Έμαθα να ζω μαζί της, τώρα που πέρασε αυτός ο καιρός. Την συνήθισα, την αγάπησα - δεν θα πω την ερωτεύτηκα. Είναι το ίδιο αποκρουστική όπως πρώτα, όμως το σκέφτηκα και νιώθω πως με δένει με την ιστορία. Με μικρό γιώτα. Είναι μια δύναμη που έρχεται από το παρελθόν· δεν μπορώ να της κόψω το δικαίωμα να ατενίζει και το μέλλον. Μπορεί αυτό να ακούγεται σαν εκλογίκευση αλλά μαζί της νιώθω πως ανήκω κάπου πως από κάπου ήρθα και ίσως κάπου πάω.

Βλέπεις, την ίδια κρεατοελιά κάτω από την μασχάλη έχει και ο πατέρας μου.

Friday, 26 February 2010

Ο τελευταίος καφές

Ήταν άνθρωπος της ρουτίνας. Ξύπνησε στις 8:30, λίγο αργότερα αν το συγκρίνεις με ένα ή δύο χρόνια πριν, αλλά συνηθισμένο για το τελευταίο διάστημα.

Πρωινές ετοιμασίες, και στον δρόμο. Το καφέ ήταν οκτώ λεπτά με τα πόδια. Ανηφόρα αλλά έτσι πρέπει. Πρώτα η ανηφόρα, και στον γυρισμό η κατηφόρα. Τότε που το σώμα αρχίζει να σκέφτεται τρόπους αντίστασης στο μυαλό, τότε βοηθάει η κατηφόρα. Τώρα το πρωινό σφρίγος και η αύρα τού έδινε δυνάμεις.

Μπήκε μέσα και κάθησε στο συνηθισμένο. Είχε περάσει έξω από τον σταθμό και μάζεψε την free εφημερίδα του, καθόλα έτοιμος.

Ο διπλός espresso ήρθε· ήπιε τις δυο γουλιές γρήγορα πριν κρυώσει. Τον υπόλοιπο θα τον έπινε σιγά σιγά όσο διάβαζε.

Ίδια μαυρίλα και σήμερα, ακόμη και στις ελεύθερες εκδόσεις. Αυτές, που δεν έχουν ανάγκη να φορτώνονται με άχρηστα έντυπα και DVD που αγοράζουμε για να μην δούμε για να πουλήσουν. Αυτές που δεν ψάχνουν τον τσακωμό για να σε τραβήξουν, γιατί έχουν το μεγαλύτερο δέλεαρ: είναι τζάμπα. 

Όλα έχουν υπέρ και κατά θα μου πεις. Οι τζάμπα σε τραβάνε μέχρι να τις αποκτήσεις αλλά μετά τις βαριέσαι αμέσως - είναι οι τσούλες της ενημέρωσης. Αυτές που πληρώνεις έχουν λιγότερους πελάτες, αλλά αν δώσεις τα λεφτά, πρέπει να τις ξεκοκκαλήσεις από πάνω ως κάτω για να πάρεις όσο γίνεται περισσότερα πίσω. Μόνο τα γράμματα των αναγνωστών δεν διάβαζονται με τίποτε...

Είχε σηκώσει τις κεραίες· το είχε μάθει τους τελευταίους οκτώ μήνες το κόλπο: Διάβαζε και πρόσεχε τι έλεγαν οι θαμώνες. Όχι όλα, προφανώς. Μόνο κάτι σκόρπια δεξιά και αριστερά, αρκετά όμως για να περνά την ώρα του ευχάριστα, να μαζεύει τσιτάτα για το βιβλίο που θα έγραφε κάποτε. (Δεν το πίστευε ούτε ο ίδιος αλλά δεν τολμούσε να το παραδεχτεί· το άφηνε μόνο μέσα σε παρενθέσεις).

- Ευτυχώς δεν έχω πρόβλημα με την στύση μου, η καρδιά μου ήτανε! Λέει ο ένας μεσήλικας στο άλλο και σκάει ένα τρανταχτό γέλιο σε μια αρχαιόθεν προσπάθεια να ξορκίσει τον θάνατο. Ή μήπως ήταν ανέκδοτο που τώρα τελείωνε παραδίνοντας την ατάκα;

 Όχι. Ανέκδοτο είχε ακούσει προχθές από τους νεαρούς: 

-Τελικά ποιο είναι το σωστό, ρωτάει η ξανθιά: Ιράν ή Ιράκ;

Ο δεύτερος άργησε να το πιάσει, και μόνο τα γέλια του τρίτου άπλωσαν παλαμάρια και τον τράβηξαν μαζί τους. Παρατήρησε πως ο όγκος του γέλιου ανάμεσά τους ήταν σταθερός: Αν ο ένας αργούσε να ξεκινήσει, θα τελειώνε και τελευταίος. Πάντως κάθε τρεις λέξεις έσκαγαν στα γέλια, ανέμελοι θαρρείς, χωρίς να έχουν δει ειδήσεις, να έχουν ακούσει για την κρίση, να έχουν θυμώσει για τις επικρίσεις, να έχουν κλάψει γιατί έχουν αντικρύσει την φτώχια, τον πόνο και την μιζέρια.

Νέοι με κάθε σημασία της λέξης: Μικροί στην ηλικία, άβγαλτοι, άπειροι, αφελείς. Μακάρι να μην μεγαλώσουν, ευχήθηκε μέσα του. Λάθος. Μακάρι να μην χρειαστεί να μεγαλώσουν. Δεν είναι το ίδιο.

Τελείωσε τον καφέ καθώς άκουσε τον τριαντάρη να βγάζει λογύδριο κατά της θρησκείας αποδεικνύοντας πως η ανισότητα των δύο φύλων έχει θρησκευτικές ρίζες.

Συνέχισε. Πορτοκαλάδα. Φυσική. Ευχαριστώ.

Άρχισε, να κοιτάζει και τους γύρω του περισσότερο. Αν τελείωνε γρήγορα η εφημερίδα τότε δεν θα είχε τι να κάνει. Κοίταξε με θλίψη τον συνταξιούχο που φόραγε το ψαθάκι του καθώς είχε τελειώσει το μέτρημα των ψιλών. Δεν έβγαλε χαρτονόμισμα· πλήρωσε με κέρματα· είκοσι λεπτά πουρμπουάρ, από το μαύρο πορτοφολάκι για τα ψιλά, αυτό που μοιάζει με τακούνι. Αλήθεια φτιάχνει κανένας τέτοια πορτοφολάκια πια; Τα αγοράζει κάποιος σήμερα, χθες; Ή μήπως σταμάτησαν να τα φτιάχνουν εκεί κάπου λίγο μετά την μεταπολίτευση και τώρα πουλάνε από στοκ;

Η μόνη γυναίκα, ήταν λίγο ατημέλητη, καθόλου θηλυκή θα έλεγε, αν και είχε κάτι το ευάλωτο αυτή η πρωϊνή της εμφάνιση, κάτι που τραβάει ένα συγκεκριμένο είδος άντρα, αυτού που θέλει να προσφέρει προστασία· του μπράβου των σχέσεων. Διάβαζε ένα μικρό βιβλίο, με τα μικρά της δάχτυλα να δείχνει τις σειρές και σχεδόν να συλλαβίζει. Αίνιγμα τι έκανε τέτοια ώρα. Λες και ετοιμαζόταν για κάποιο διαγώνισμα ιθαγένειας και μάθαινε Ελληνικά. Μπα σε καλό σου, που τα βρίσκεις.

Κούνησε το κεφάλι, πλήρωσε και σηκώθηκε, αφήνοντας την εφημερίδα για τον επόμενο.

Κίνησε για το σπίτι με μια αδιόρατη μελαγχολία· θα του λείψουν όλα αυτά.

Αύριο βλέπεις, μετά από οχτώ μήνες, ξαναέπιανε δουλειά.




Sunday, 21 September 2008

Μια Αστυνομική Ιστορία

Μπήκε στο γραφείο του χωρίς να χτυπήσει. Φαινόταν πως ήταν από τις γυναίκες που ήξεραν τι ήθελαν και που το έπαιρναν πάντα.

Έκρυψε βιαστικά το υπόλοιπο του σάντουιτς που έτρωγε, και σκούπισε το γραφείο του. Καθώς κατάπινε την μπουκιά που είχε στο στόμα, τής έδειξε την καρέκλα μπροστά από το γραφείο του. Πριν κάτσει η αμίλητη επισκέπτης του, πρόλαβε να τις ρίξει μια ματιά, από το πράσινο μάτι της, μέχρι τις μπότες τις. Φορούσε δερμάτινη στολή μηχανής χωρίς να κρατάει το κράνος της. "Χμμ, μεγάλος κυβισμός", είπε μέσα του. Το κολλητό παντελόνι τόνιζε το καλλίγραμμο κορμί της. "Δεν θα μου βγει σε καλό αυτή η γνωριμία", σκέφτηκε.

Στο ίδιο διάστημα, τον είχε ήδη κόψει. Λαδιά στο πουκάμισο, καραφλίτσα, αλλά το κορμί γυμνασμένο παρά τα χρόνια του. Άντρας που έζησε πολλά, αλλά έχει καεί από κάτι. "Βάζω στοίχημα πως αυτό το κάτι έχει ονοματεπώνυμο".

- Δεν θα σου βάλω δύσκολα. Ακόμη και εσύ θα τα καταφέρεις. Τόνισε το εσύ.

- Μην είσαι τόσο σίγουρη, μπορώ πάντα να ξαφνιάζω τις γυναίκες, και, την τελευταία φορά που κοίταξα εσύ ήσουν - ωραίος, το ομολογώ - εκπρόσωπος του είδους.

- Δεν ξεκινήσαμε σωστά, χαμογέλασε. Αυτό που θέλω να πω είναι πως χρειάζομαι κάτι εύκολο και είμαι διατεθημένη να πληρώσω.

- Εδώ δεν θα διαφωνίσουμε. Από τα τέσσερα είδη δουλειών που υπάρχουν, οι εύκολες και καλοπληρωμένες είναι οι αγαπημένες μου.

- Ας μην χρονοτριβούμε λοιπόν. Να τι θέλω. Εδώ βλέπεις μια φωτογραφία του κινητού μου. Ορίστε και άλλη μία. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να βγάλεις μία του δικού σου κινητού και να μου την στείλεις ηλεκτρονικά.

- Δεν το περίμενα από εσένα αυτό. Σε έκοψα για πιο υλική γκόμενα. Μηχανή, προσεγμένο παρουσιαστικό, φαίνεται πως το φυσάς και πως δεν λυπάσαι να χρησιμοποιείς ρευστό. Και τώρα με μπλέκεις με ηλεκτρονικά μηνύματα και άυλα κουραφέξαλα. Δεν μου λες, ο άντρας σου σε παραμελεί;

- Τι σου λέει πως είμαι παντρεμένη; Η απορία πρόλαβε να σχηματιστεί στο πρόσωπό της πριν την σβήσει η αυτοκυριαρχία της.

- Δεν μου αρέσει να αποκαλύπτω τα μυστικά του συναφιού αλλά στην περίπτωσή σου, νιώθω πως μπορώ να κάνω μια εξαίρεση. Όπως μου έδωσες τις φωτογραφίες είδα τα δάχτυλά σου. Κρίνοντας από το πόσο αχνό είναι το σημάδι, πρέπει να έχεις μερικές μέρες που δεν την φοράς τη βέρα αλλά ακόμη δεν έσβησε ο κύκλος.

- Αφού μου αποκάλυψες μυστικό της δουλειάς, θα σου κάνω την χάρη να σου επιβεβαιώσω την υπόθεσή σου.

- Αν είναι να συνεχίσουμε την κουβεντούλα, να βάλω δυο ποτήρια.

Έκλεισε τα μάτια αθώα μα και συνομωτικά συγχρόνως. Άνοιξε το ντουλάπι με το ουίσκι και τα έβαλε...

Την άλλη μέρα ξύπνησε με πονοκέφαλο. Κοίταξε δίπλα του. Είχε εξαφανιστεί σαν δαίμονας κυνηγημένος από τις αμαρτίες του. Άφησε μόνο μια κάρτα στο μαξιλάρι. Είχε μόνο το email της από την μία πλευρά, και το αποτύπωμα των χειλιών της από την άλλη.

Του πήρε δυο ώρες να ξαναγίνει άνθρωπος. Έγινε. Όπως πάντα με την βοήθεια της ξυριστικής και μιας κούπας δυνατού καφέ. Κοίταξε τις φωτογραφίες. Απλές. Τίποτε εξεζητημένο.

Τότε του ήρθε! Πως να τις πάρει; Αυτός φωτογράφιζε με το κινητό του τα πάντα. Το στρινγκ μια τυχαίας ερωμένης, τα εντόσθια κάποιου θύματος, τις περιπτύξεις του άντρα μιας πελάτισσας.

Τώρα έπρεπε να πάρει φωτογραφία την ίδια του την φωτογραφική μηχανή, το κινητό του. Τελικά, τίποτε δεν είναι ακριβώς όπως το περιμένεις.

Την άλλη μέρα που ξανασχολήθηκε με το θέμα η λύση του ήρθε απλή, σχεδόν αυτόματη: Θα φωτογράφιζε το κινητό του με ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, θα ανέβαζε την φωτογραφία με το καλώδιο και θα την έστελνε μέσω email. Χα! ο Δαιμόνιος ντεντέκτιβ δίνει την λύση.

Το μόνο πρόβλημα ήταν πως έπρεπε να βρει την παλιά του ψηφιακή. "Άτιμο θηλυκό", είπε φωναχτά. Έψαξε παντού· σε παλιές κούτες που είχαν να ανοιχτούν από την μετακόμιση, σε ντουλάπια, σε συρτάρια, στο σπίτι και στο γραφείο.

Ήταν στο γραφείο της πρώην γραμματέως του. Πρώην. Διπλά. Άσχημη ιστορία αλλά για μια άλλη ώρα.

Έβαλε το τηλέφωνό του στο τραπέζι της βεράντας, το έστησε καλλιτεχνικά - οι ντεντέκτιβ δεν φημίζονται για την καλλιτεχνική τους φύση - διάλεξε να φαίνεται μια φωτογραφία από την υπόθεση των χαμένων βρεφών, και το φωτογράφισε.

"Εύκολα λεφτά", είπε.

Τώρα μόνο ένα emailάκι και τελειώσαμε.

Άνοιξε την θήκη της μηχανής για να πάρει το καλώδιο. Άφαντο! "Αδύνατον", μονολόγησε. Δεν μπορεί, κάτι παράξενο έχει αυτή η υπόθεση. Πρώτα μου δίνουν μια έυκολη αποστολή και μετά ανακαλύπτω συνεχώς προβλήματα και εμπόδια. Κάποιος δεν θέλει να με αφήσει να πληρωθώ.

Έκανε το γραφείο ανάστατο. Δεν μπόρεσε να βρει το καλώδιο. Για να πάρει την πρώην ούτε λόγος. Δεν έψαξε στο σπίτι. Παραιτήθηκε.

Δεν ήθελε να σκεφτεί το πρόβλημα άλλο. Ασχολήθηκε με τις άλλες υποθέσεις του. Κάτι χαμένοι ηλικιωμένοι, κάτι ζηλιάρες γυναίκες. Βαρετά. Η γυναίκα - και η αποστολή της - τον βασάνιζαν. Δεν βοηθούσε που στο διπλανό μαξιλάρι μύριζε ακόμη το άρωμά της.

Μετά από μέρες ξανασκέφτηκε το θέμα. Θα έβαζε το παλιό κινητό του και θα έπαιρνε φωτογραφία το καινούργιο! Μια σύνδεση με το καλώδιο - το είχε κάνει άλλωστε τόσες φορές στο παρελθόν - και να οι φωτό στον υπολογιστή! Χα. Έτσι νομίζατε πως θα με ρίχνατε. Μα τι μυαλό είναι αυτό που έχω!

Το ψάξιμο για το παλιό κινητό δεν πήρε τόσο πολύ. Δεν είχε βάλει το χεράκι της αυτή, βλέπεις. Κοίταξε αμέσως και για το καλώδιο του. Ήταν εκεί. Η έκφραση της επιτυχίας κατάφερε τον στόχο της να κυριεύσει το πρόσωπό του αλλά απέτυχε παταγωδώς στο να αποτυπωθεί σε κάποιον μάρτυρα αφού κανένας δεν βρισκόταν μπροστά. Μπορούμε μόνο να την φανταστούμε.

Προχώρησε να πάρει την ίδια φωτόγραφία. Λένε πως δεν είσαι καλλιτέχνης αν δεν έχεις κάποιες εμμονές. Δεν είναι καλλιτεχνικό να ζωγραφίζεις τοπία την μία φορά, νεκρή φύση την άλλη και προσωπογραφίες την τρίτη. Αυτό είναι μπογιατζής κατά παραγγελία. Δες τα έργα των μεγάλων, και θα διακρίνεις τι είναι αυτό που τους βασανίζει συνέχεια το μυαλό, ακόμη και αν είναι για κάποια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής τους. Ίσως για αυτό να έβγαλε την ίδια φωτογραφία. Το καλλιτεχνικό ένστικτο τον οδήγησε στο ίδιο μονοπάτι.

Σαν λέαινα σε κυνήγι, πλησίαζε το θήραμά του. Ήθελε να τελειώσει, να την ξαναδεί έστω και για λίγο. Τα σωθικά του έκαιγαν όπως μετά από κάθε γουλιά ουίσκι. Δεν είχε χορτάσει από την μυστηριώδη πελάτισσα.

Έβαλε το κινητό στον υπολογιστή συνδέοντας το καλώδιο. Δεν έκανε τίποτε! Τότε θυμήθηκε. Έπρεπε να έχει το πρόγραμμα σύνδεσης με τον υπολογιστή. Ο υπολογιστής δεν έβλεπε το κινητό αυτόματα σαν εξωτερικό δίσκο. Όχι! Το είχε σβήσει όταν πέρασε τα στοιχεία στο νέο κινητό.

Δεν είναι δυνατόν! Σκέφτηκε τους παλιούς του φίλους στην αστυνομία. Μήπως κάποιος αόρατος εχθρός, κάποιος ανταγωνιστής κινούσε τα νήματα των εμποδίων που βρίσκονταν μπροστά του; Μήπως τελικά υπάρχει θεός και δεν θέλει να τα καταφέρω;

Έπεσε σε κατάθλιψη. Ευτυχώς αυτές τις στιγμές υπάρχει πάντα ο φίλος που ακούει και δεν μιλάει ποτέ. Το ουίσκι. Έκαναν παρέα για μερικές μέρες. Υπάρχει μια παρανόηση σχετικά με το πιοτό πως σε βοηθά να ξεχνάς. Το αντίθετο συμβαίνει. Το αλκοόλ, αυξάνει την ένταση των συναισθηματικών εμπειριών του εγκεφάλου, την ίδια στιγμή που μειώνει την ικανότητά του για λογική επεξεργασία. Έτσι σε κάνει να χαίρεσαι περισσότερο αλλά και να πονάς περισσότερο.

Όχι πως αυτό έχει σημασία όταν αυτό που θέλεις να κάνεις δεν γίνεται, και αυτό που δεν πρέπει να κάνεις είναι τόσο έυκολα δίπλα σου, κλεισμένο σε ένα μπουκάλι.

Του πήρε λίγο καιρό αλλά πέρασε και αυτό. Όταν κατεβαίνεις χαμηλότερα για να ξανανέβεις μετά, ένα από τα αποτελέσματα είναι πως το σημείο που ξαναγυρίζεις σου φαίνεται πιο φωτεινό, πιο καθάριο, πιο ευχάριστο. Έτσι και τώρα. Το πρόβλημα του φαινόταν μικρότερο και η λύση του ήρθε πανεύκολη. Θα έμπαινε στο site του κατασκευαστή του τηλεφώνου και θα κατέβαζε το πρόγραμμα για να φέρει την φωτογραφία.

Ξεκίνησε. Του πήρε μισή ώρα να βρει το πρόγραμμα. Γιατί δεν γράφουν το μοντέλο στο κινητό και πρέπει να το θυμάσαι απ'έξω; Άσε που είναι όλα ίδια 810, 910, 960, 4120, 5120 και δεν συμμαζεύεται. Τέλος πάντων το αναγνώρισε από την φωτογραφία και ξεκίνησε να κατεβάζει το πρόγραμμα. Τεράστιο. Η γραμμή αργή, θα έκανε ώρες να κατέβει. Κόλλησε και κάποια στιγμή και έπρεπε να ξαναρχίσει απ'την αρχή. Ο υπολογιστής ίσα που την γλίτωσε. Κόντεψε να φύγει κανονικά από το παράθυρο.

Πίστεψε πως δεν θα τα κατάφερνε, πως δεν θα έβλεπε τα λεφτά αλλά κυρίως δεν θα ξαναέβλεπε εκείνη. Μια απόλυτη ηρεμία τον κυρίεψε. Είναι παράξενο, αλλά ο νούμερο ένα λόγος θανάτου από καταβολής της ανθρωπότητας είναι η ελπίδα. Ελπίζεις πως θα γίνει καλύτερα και δεν κόβεις το πόδι σου. Ελπίζεις πως ο απαγωγέας δεν θα σε πειράξει και κάνεις αυτά που σου ζητάει. Ελπίζεις και ρισκάρεις. Κάποτε όμως θα φύγει και η τελευταία ελπίδα, κάποτε δεν την νιώθει ούτε το μυαλό αλλά ούτε και το σώμα· τότε η ηρεμία κυριεύει το είναι σου και δεν υπάρχει τίποτε που δεν μπορείς να κάνεις.

Συμφιλιώθηκε με το πρόβλημα και με το γεγονός πως δεν θα κατάφερνε να στείλει την φωτό. Στράφηκε αλλού, σε άλλα θέματα και άλλους ποδόγυρους.

Μερικές μέρες πέρασαν και το θέμα ξεχάστηκε. Κάποιες φορές η τύχη όμως παίζει παράξενα παιχνίδια. Είχε πάει επίσκεψη στον αδελφό του - τον μόνο δικό του άνθρωπο στον κόσμο - και όταν του έβγαλε την μηχανή του για να του δείξει κάτι φωτογραφίες έκανε κλικ! Η μηχανή του αδελφού του ήταν ίδια μάρκα με την δικιά του!

-Έχεις καλώδιο υπολογιστή για την μηχανή;

- Φυσικά!;

- Φέρτο.

Το έφερε.

- Πρέπει να φύγω. Έχω κάτι επείγον να κάνω.

Μέσα σε πέντε λεπτά ανέβασε την φωτογραφία από την μηχανή.

Έγραψε το γράμμα. Συγγνώμη για την καθυστέρηση κτλ. Μπορείς να βάλεις τα λεφτά στον τάδε λογαριασμό ή να περάσεις από το γραφείο μου. Δεν χρειάζεται να σας πω τι προτιμούσε. Δεν άφησε όμως την ελπίδα να ξανακατοικήσει στην καρδιά του.



Υ.Γ. Πέρασαν 2 εβδομάδες από τότε και δεν έχει μάθει νέα της. Δεν τολμάει να κοιτάξει τον λογαριασμό του από φόβο πως τον έχει ήδη πληρώσει. Αποφάσισε να δώσει την ίδια αποστολή σε φίλους ντεντέκτιβ ως χάρη. Στους spy, fegia, fpboy, VaD, Ανασαιμιά, Wert01gf. Ίσως αυτό να ανακατέψει λίγο τα νερά και την αναγκάσει να εμφανιστεί. Ίσως πάλι όχι.

Τελικά, όσο και αν κλείνεις τα παραθυρόφυλλα, η ελπίδα, σαν ομίχλη, τρυπάει παντού.

Μια και άργησα τόσο πολύ να ανταποκριθώ στο παιχνίδι είπα να το κάνω λίγο διαφορετικά. Ευχαριστώ για την υπομονή Δαίμονα.
Posted by Picasa

Sunday, 31 August 2008

Η αντιστροφή

Γεννήθηκαν δίδυμοι. Ομοζυγωτικοί. Δεν μπορούσαν να είναι πιο ίδιοι. Μικρούς, ακόμη και η μάνα τους τούς έδενε κορδελάκια στα χέρια. Ένα κίτρινο, ένα κόκκινο. Για να τους ξεχωρίζει. Για τους άλλους ούτε λόγος. Μεγαλώνοντας ο Νικήτας έγινε λίγο πιο στρουμπουλός, ο Κώστας είχε κάτι χτυπήματα στα πόδια από τα παιχνίδια και ήταν λίγο πιο εύκολο να τους ξεχωρίσεις. Μικροπράγματα όμως. Τα σημαντικά παρέμεναν ίδια. Άλλαζαν και με τον ίδιο τρόπο. Οι κρόταφοι είχαν γκριζάρει το ίδιο γοητευτικά, το προγούλι κρεμούσε λιγάκι, μέχρι και το λακάκι στο πηγούνι άρχισε να εμφανίζεται σιγά σιγά τον ίδιο καιρό.

Γεννήθηκαν δίδυμοι. Ομοζυγωτικοί. Δεν μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί. Από μικροί ο ένας καλό παιδί και υπάκουος, ο άλλος καπετάν φασαρίας. Αν δεν βιαζόταν να ξέρει ποιός είναι ποιός, η μάνα τους δεν θα χρειαζόταν κορδελάκια. Θα παρατηρούσε πέντε λεπτά και θα καταλάβαινε. Ο Νικήτας έτρωγε όλο το γάλα και πήγαινε για ύπνο όταν του το έλεγαν, ο Κώστας τους έβγαζε το λάδι. Ο ένας καθόταν στην καρέκλα του ο άλλος έκανε σβούρες. Ο Κώστας τράβαγε καμμιά φορά τον Νικήτα σε καμμιά περιπέτεια, και ο Νικήτας ηρεμούσε πότε πότε τον Κώστα. Μικροπράγματα όμως. Στα σημαντικά απόκλιναν το ίδιο. Μεγάλωναν και παρέμεναν διαφορετικοί. Ο Νικήτας παντρεύτηκε και έκανε ένα παιδί, είχε μια σταθερή δουλίτσα και δεν ρίσκαρε και πολύ. Ο Κώστας δούλευε για έξι μήνες τον χρόνο, χρυσοπληρωνόταν, και τον υπόλοιπο καιρό ταξίδευε. Ασία, Αφρική, Νότιος και Βόρειος Αμερική, παντού. Τα μάτια του είχαν δει τα πάντα. Για γάμο, ούτε συζήτηση.

Όσο και αν θέλεις όμως να είσαι ήσυχος, η ζωή δεν σε αφήνει. Η γυναίκα του Νικήτα τον άφησε. Βαρέθηκε λέει. Είχε καταντήσει βαρετός. Δεν έκανε μεγάλη προσπάθεια να την κρατήσει. Δεν θα μπορούσε άλλωστε. Έβλεπε την κόρη του κάθε εβδομάδα και αυτό του έδινε ευτυχία. Βρέθηκε να πρέπει να σκεφτεί πως θα γνωρίσει κάποιαν. Να αρχίσει να βγαίνει σε κανένα μπαράκι.

Όσο και αν θέλεις όμως να ανακατεύεις τα πάντα, η ζωή δεν σε αφήνει.  Ο Νικήτας πήρε ένα τηλεφώνημα στη μέση της νύχτας από τον Κώστα. Ήταν στα δάση του Khovsgol στην Μογγολία. Έκανε ιππασία εκεί που έχουν τις δερμάτινες Ρωσικές σέλλες, όχι τις ξύλινες Μογγολέζικες που σου πιάνεται ο κώλος. Έπεσε. Ήταν στο κρεβάτι με σπασμένο πόδι και δεν ένιωθε τα κάτω άκρα.

Μπήκε στο πρώτο αεροπλάνο για Μόσχα. Από εκεί με Αεροφλότ για Ουλάν Μπατόρ. Συνέχισε με τζιπάκι για τα βορειοδυτικά.  Τον βρήκε σε ένα γκερ*. Με λίγα παυσίπονα την έβγαζε, και με νάρθηκα.  Βλέπεις η ιατρική δεν είναι και το φόρτε των Μογγόλων.  Η επιστροφή αντίστροφη αλλά πιο αργή. Η παράλυση παρέμενε και, όπως δυστυχώς επιβεβαίωσαν και οι γιατροί στην Αθήνα, θα παρέμενε για πάντα.

Ο Νικήτας προσέχει τον Κώστα τώρα. Μένουν μαζί, έχει και μια αποκλειστική για να τον προσέχει όταν λείπει στην δουλειά. Αυτός τρέχει για ό,τι χρειάζονται. Ο Κώστας είναι καθηλωμένος αλλά δεν παραπονιέται. Έζησε μια γεμάτη ζωή λέει, πιο γεμάτη από πολλών άλλων. Κάθεται και διηγείται στον Νικήτα ιστορίες από τα ταξίδια του και, μια φορά το εξάμηνο, τον στέλνει σε μέρη που έχει πάει, σε γνωστούς ή φίλους που τον ξεναγούν και τον περιποιούνται. Και ο Νικήτας γυρίζει και του λέει τι άλλαξε από τότε που πήγε, του πηγαίνει φωτογραφίες και δώρα από τους φίλους.

Γεννήθηκαν δίδυμοι. Και θα πεθάνουν έτσι.

*οι στρογγυλές τέντες-σπίτια των Μογγόλων, αυτές που οι Τούρκοι λένε γιούρτ. Παρόμοια μπορείτε να βρείτε σε κάτι αναπαραστάσεις παραδοσιακών οικισμών πομάκων στην βόρειο Ελλάδα.

Blogged with the Flock Browser

Tuesday, 26 August 2008

Αναζητώντας τις χαμένες αναμνήσεις

Αυτό που πονάει περισσότερο είναι που δεν θυμάται.

Όχι την παιδική της ηλικία. Αυτή κανένας δεν την θυμάται πραγματικά. Τα πρώτα χρόνια πάνε χαμένα για το συνειδητό και υπάρχουν καταγεγραμμένα μόνο στους γονείς μας. Τα χιλιάδες φιλιά τους, η αγωνία που περνούσαν όταν ήμασταν άρρωστοι, οι πυρετοί, τα γέλια και τα κλάματα δεν είναι προσβάσιμα σε μάς. Αυτός είναι ένας λόγος που πονάει περισσότερο όταν πεθαίνουν οι γονείς: πεθαίνει μαζί τους ένα κομμάτι δικό μας, ένα κομμάτι που μπορούμε να ανακτήσουμε μόνο μέσω αυτών.

Απ' τα υπόλοιπα, μένουν μόνο κάτι σκόρπιες, ασύνδετες εικόνες που δεν βγάζουν και πολύ νόημα. Τουλάχιστον όχι πάντα. Ένα σκαμπίλι του πατέρα, τα λίγα δευτερόλεπτα πριν αρχίσει το κλάμα, ένα παγωτό που έλιωσε και κόλλησε στο χέρι, να σηκώνει το χέρι στο σχολείο για να πει μάθημα, το μπλε της ποδιάς, κρυμμένες κάτω από το κρεβάτι με μια φίλη της, γυμνές να κοιτάνε τα κορμιά τους.

Υπάρχει μια ιστορία που τα δένει όλα, αλλά μοιάζει σαν να την έμαθε, σαν να μην έχει το υπόβαθρο να την αποδείξει στο δικαστήριο. Έχει ξεχάσει το πως και το γιατί. Ξέρει μόνο το συνεπώς: , συνεπώς η οικογένεια της τήν καταπίεζε, όπως όλες οι επαρχιακές οικογένειες. Θαρρείς πως αυτή η καταπίεση, ιδιαίτερα στα κορίτσια, τις ωθούσε στο να βλέπουν τον γάμο σαν μια ευκαιρία χειραφέτησης, σαν την ευκαιρία τους να ξεφύγουν, μόνο και μόνο για να την αναπαραγάγουν. Μιλάμε για το καζίνο των νευρωτικών. Ε, κέρδισε το τζακ ποτ.

Γνώρισε τον άντρα της και ερωτεύτηκαν αμέσως. Αυτός αρκετά μεγαλύτερος, λίγο μετά τα τριάντα· γεροντοπαλίκαρο για τα στάνταρτς της επαρχίας. Αυτή εικοσιδύο με το μυαλό μόνο για ρομάντζα. Αυτός ναυτικός, με εισόδημα καλό και περιουσία. Αυτή ανυπομονούσε να νιώσει την ευτυχία.

Για ενάμιση χρόνο, μέχρι την γέννηση της πρώτης κόρης τους ήταν ευτυχισμένη. Αυτό είναι που δεν θυμάται. Δεν θυμάται αυτές τις στιγμές, αυτά τα συναισθήματα, αυτό το κομμάτι της ζωής της.

Η κόρη γεννήθηκε με πρόβλημα. Έτρεξε, παρακάλεσε, έκλαψε, έμαθε ιατρικές ορολογίες αλλά και πάλι το πρόβλημα παραμένει. Και θα παραμείνει. Έχει ένα παιδί που δεν πρόκειται ποτέ να γευτεί την ζωή ολόκληρη, τον έρωτα, την αγάπη του άλλου φίλου. Ο άντρας της δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει. Τον σώζει που είναι ναυτικός. Εξαφανίζεται για τρεις μήνες την φορά και ξελαμπικάρει. Βοηθάνε και οι γνωριμίες στα διάφορα λιμάνια. Γυρίζει πίσω και βρίσκει μια γυναίκα εξουθενωμένη από τις εγχειρίσεις και τις εξετάσεις. Μια γυναίκα που νιώθει εντελώς μόνη. Μια γυναίκα που γκρινιάζει από το πρωϊ ως το βράδυ. Και που δεν αντέχεται.

Οπότε το ρίχνει και λίγο έξω. Κανένα ποτάκι με φίλους, καμμιά βολτίτσα, οτιδήποτε να μείνει λίγο μόνος. Καμμιά φορά - μετά από φωνές - τις παίρνει για καμμιά βόλτα. Τα ελάχιστα δηλαδή.

Βοήθεια άλλη μηδαμινή. Η πεθερά ούτε λόγος, αλλά ακόμη και η μάνα βοηθάει λίγο. Δεν αντέχεις να κοιτάς την δυστυχία κατάματα, πρέπει να χαμηλώνεις το βλέμμα. Και αυτή είναι δυστυχία που δεν μπορείς να αποφύγεις. Άσε που υπάρχει και το παλιό κατάλοιπο, πως κάπου το αξίζεις να το παθαίνεις αυτό. Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα.

Ξανακάνανε έρωτα και κάνανε την δεύτερη κόρη. Αυτή είναι καλά ευτυχώς. Αυτή της δίνει δύναμη.

Κάθε γάμος έχει δύσκολες στιγμές. Όταν έρθουν, αντλείς δύναμη από την αρχή της σχέσης σου. Από την ανάμνηση του πάθους και του έρωτα που σε οδήγησε εδώ. Και υπομένεις. Και προσπαθείς. Και ξεπερνάς.

Αυτό δεν το έχει. Αυτό της λείπει. Αυτό και ο έρωτας. Έχει να βρεθεί με τον άντρα της πάνω από χρόνο. Και αν κάνει ό,τιδήποτε για να ξεδιψάσει το μαραμένο κορμί της, θα την πουν και πουτάνα.

Στα τριαντατρία της.
Blogged with the Flock Browser

Sunday, 27 July 2008

Ανατομία ενός Μίσους

Την έβλεπε και της γύριζαν τα μάτια. Δεν το έδειχνε αλλά δεν ήθελες και πολύ να το καταλάβεις.

Η συμπεθέρα εξωτερικώς ήταν όλο φιλοφρονήσεις και αβρότητες αλλά από μέσα της έβραζε σαν κατσαρόλα με στιφάδο.

Τα πάντα ήταν ένας αγώνας δρόμου, μια μάχη χαρακωμάτων και μια πολιτική αντιπαράθεση. Το πως ψήνονται τα αυγά, το πως φερόμαστε στα εγγόνια, το ποια δώρα είναι καλύτερα - τα δικά της ή τα δικά μας -, τι πρέπει και τι όχι.

Μήπως δεν ήταν και τόσο μεγάλο το μίσος, μήπως απλώς φαινόταν έτσι; Στο κάτω κάτω τα αποτελέσματά του δεν ήταν και τόσο σοβαρά· μερικές αψιμαχίες και παρεξηγήσεις αλλά κατά τα άλλα ακίνδυνο. Ούτε καν περίοδοι που ο ένας δεν μιλούσε ο ένας στον άλλο. Βοηθούσε και η απόσταση, καθένας στο σπιτάκι του.

Όχι όχι, αυτό δεν μπορεί να είναι το κριτήριο. Το αποτέλεσμα έχει σχέση με τον χαρακτήρα του ανθρώπου όχι με το ίδιο το μίσος. Κάποιοι άλλοι στην θέση τους μπορεί να τραβούσαν τα πράγματα περισσότερο στα άκρα.

Μήπως το κριτήριο είναι το τι είχε κάνει ο ένας στον άλλο, ο λόγος του μίσους; Στο κάτω κάτω αν αυτό που σου έκανε ο άλλος είναι μεγάλο τότε θα είναι και το μίσος που επακολουθεί; Μήπως για αυτό δεν λέμε πως το μίσος που προέρχεται από μια παλιά αγάπη είναι το μεγαλύτερο; Γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο μεγάλο, πιο οδυνηρό από την ακύρωση της αγάπης την απόρριψη όχι αυτού που δεν σε ξέρει και δεν σου δίνει καν την ευκαιρία να του δείξεις τον εαυτό σου, αλλά αυτού που σε γνώρισε, σε έζησε και κατέληξε να σε απορρίψει.

Υπάρχει μια αλήθεια σε αυτό αλλά είναι η μισή αλήθεια. Για την ακρίβεια, είναι η αντιστροφή της αλήθειας. Ο λόγος, είναι εξωτερικό φαινόμενο ως προς το μίσος, μια προϋπόθεση ίσως, μια αφορμή αν θέλετε, αλλά δεν μπορεί να ορίζει το ίδιο το μίσος. Στο κάτω κάτω, η δύναμη που αντλεί το μίσος από τον λόγο που το δημιούργησε, το βοηθάει να διατηρηθεί αλλά δεν είναι δικιά του. Τώρα το βλέπουμε καθαρά: το μίσος είναι τόσο πιο δυνατό, όσο μικρότερος είναι ο λόγος που το δημιούργησε.

Η συμπεθέρα δεν ήξερε γιατί μισούσε την ομόλογή της. Την μισούσε απλώς επειδή υπήρχε. Όταν αυτός ο λόγος είναι αρκετός, δεν υπάρχει ανώτερο σκαλί που μπορείς να φτάσεις.

Η μοίρα τα έφερε έτσι που αναγκάστηκαν να συγκατοικήσουν. Με την κόρη της η μία, με τον γιό της η άλλη αλλά μέσα στους ίδιους τέσσερεις τοίχους. Τα πράγματα ήταν δύσκολα στην αρχή αλλά ποτέ μην υποτιμάτε την δύναμη της συνήθειας. Είναι το νερό που υποσκάπτει οποιονδήποτε βράχο. Δουλειές είχαν και τα δυό παιδιά, οπότε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας το περνούσαν μαζί, να τσακώνονται για το φαΐ που έπρεπε να ετοιμαστεί.

Τα χρόνια στοιβάζονταν σιγά σιγά, και βάραιναν τα κόκκαλα και των δυο τους. Ίσως ο άνθρωπος μαλακώνει όσο περνάει ο καιρός, ίσως όχι, αλλά οι εξάρσεις ήταν αραιότερες και ηπιότερες.

Όταν πέθανε η μια τους, το σπίτι δεν ήταν απαραίτητα πιο άδειο. Τα εγγόνια τριγύριζαν μέσα συνέχεια, η κόρη είχε βγει στην σύνταξη. Όχι, δεν ήταν και η συντέλεια πια. Ίσως μάλιστα, έστω και από αντίδραση, να είχε περισσότερη κίνηση.

Όμως η συμπεθέρα έλιωσε γρήγορα από την στενοχώρια της, και πριν κλείσει χρόνος, έφυγε και αυτή.
Blogged with the Flock Browser

Saturday, 28 June 2008

Το χρέος

Μπήκε στο προκάτ 1 με το μισό κουλούρι στο χέρι. Το άλλο μισό το είχε φάει ήδη.

Ήταν γεμάτο από κόσμο που περίμενε για να κάνει τις συναινετικές προσημειώσεις του.

Κοίταξε γύρω και είδε κάθε καρυδιάς καρύδι. Είχε όμως χρόνο για αυτά.

Έψαξε για την δικηγόρο της τράπεζάς του και τότε την είδε: Μελαχρινή, διακριτικά βαμμένη, με ένα μπεζ στενούτσικο παντελόνι, ένα άσπρο πουκάμισο. Κρατούσε φάκελο δικογραφίας στο χέρι. Ίσως τελικά να μην γίνονται μόνο συναινετικές προσημειώσεις σήμερα, σκέφτηκε.

Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Αυτή κοίταξε το κουλούρι του· όχι και το πιο σέξυ θέαμα. Παρόλα αυτά δεν τραβήχτηκε, ίσως και μια υποψία χαμόγελου να σχηματίστηκε στα χείλη της.

Η δικηγόρος του δεν είχε έρθει ακόμη, οπότε κάθησε σε μια καρέκλα και βάλθηκε να βλέπει τον κόσμο με την περιέργεια μιας κουτσομπόλας.

Ήταν όλοι εκεί: η γιαγιά που την υποβάσταζαν για να πει το ναι στην προσημείωση, η αυστηρή δικαστής με τα γυαλιά πρεσβυωπίας, ο πρώην μάγκας μουστακαλής με το παχύ αλλά άσπρο μουστάκι, οι δικηγόροι με τα μπεζ κοντομάνικα πουκαμισάκια (καλά το κάνουν επίτηδες για να αναγνωρίζονται μεταξύ τους;), η κοκκινομάλλα - ελαφρώς αναμαλλιασμένη - με το πράσινο στράπλες φόρεμα που μοιάζει μόλις να βγήκε από το Sex and the City, η μαυρισμένη με το τατουάζ χέννας πάνω απ' τον αστράγαλο - κρίμα για το πρόσωπο ρε συ, πάει χαμένο τέτοιο σώμα -, η υπέρ του δέοντος γεμίζουσα το κολλάν που φοράει, ο κουστουμάκιας που είναι συνέχεια στο κινητό, το ζευγάρι που περιμένει αλλά δεν λέει και να ανταλλάξει και καμμιά κουβέντα, ο καραφλός με την κοιλίτσα (αυτή που οι Βρεταννοί ονομάζουν beerbelly - πες το αυτό με μια λέξη στην πλούσια ελληνική γλώσσα σου με το «εν πλώ» και το φιλότιμο που δεν υπάρχουν σε καμμιά άλλη γλώσσα), οι δικηγόροι με το κινητό και την στάνταρ φράση «Είστε μέσα στο κτήριο; Σηκώνω το χέρι μου με βλέπετε;».

Ήταν και η όμορφη - πως αλλιώς να την πει; -. Δικηγόρος αλλά κάποιον περίμενε. Την ξανακοίταξε. Το βλέμμα της έψαχνε στον χώρο μα όταν έπεσε πάνω του έμεινε λίγο παραπάνω. Κάτι παίζει, σκέφτηκε.

Μια ψιλή, άχαρη μπήκε μέσα με μια τσάντα λαχούρι και φώναξε την τράπεζα του. Μαζεύτηκαν τέσσερεις πέντε· μαζί τους και η όμορφη.

Έδωσε ταυτότητα, του διάβασε τα του εγγράφου, και έφυγε να ξανακάτσει. Κοίταξε την όμορφη. Είχε μια κάποια ανησυχία. Ακόμη και όταν έκανε τις συνεννοήσεις, με την δικηγόρο του, κοιτούσε προς το μέρος του.

Ήταν σέξυ σήμερα. Θέλεις το μωβ πουκάμισο με τον φαρδύ, ψηλό γιακά, θέλεις που δεν ξυρίστηκε, μύριζε αρσενικό από μακρυά. Δεν το ήξερε αλλά το συνειδητοποιούσε χάρις στην όμορφη δικηγόρο.

Ξεκίνησε το παιχνιδάκι. Οι δικηγόροι περίμεναν στην ουρά για την δικαστή. Πρώτα η όμορφη και μετά η δική του.

Άρχισαν να κοιτιούνται διακριτικά, όπως οι πρώτες, φαρδιές πινελιές ενός πίνακα ζωγραφικής που οι ζωγράφοι φυλάνε για το φόντο. Κοιτούσε από πάνω, δεξιά και αριστερά του χωρίς να μένει πολύ πάνω του. Το ίδιο και αυτός. Δεν άφηνε το βλέμμα ποτέ κάπου συγκεκριμένα. Απλώς της έδινε να καταλάβει το ενδιαφέρον του.  Όταν δεν τον έβλεπε, την παρατηρούσε με ένταση. Η λεπτή γαλλική μύτη, το πάνω χείλος λίγο μικρότερο από το σαρκώδες κάτω, τα ίσια καστανά μαλλιά, ο λαιμός έτοιμος για δάγκωμα. Την ήθελε σαν φυλακισμένος που θέλει εξιτήριο.

Η ουρά τελείωνε, έπρεπε να προχωρήσει.  Έκανε το τεστ: Άλλαξε θέση. Γύρισε να κοιτάξει και δεν τον είδε. Χωρίς αν δείξει τι νιώθει, απλώς έριξε το βλέμμα της στον χώρο και τον ξαναβρήκε. Αυτός κοιτούσε προς το μέρος της χαμογελώντας. Ανταπέδωσε.

Τώρα όταν έπαιρνε το βλέμμα από την δικαστή, κοιτούσε προς την νέα του θέση. Τα βλέμματα έγιναν επίμονα και λιγότερο ντροπαλά.

Έφτασε η σειρά της και μετά θα ήταν η δικιά του. Πλησίασε. Η όμορφη τελείωσε την υπόθεσή της, και καθώς γύρισε να φύγει, τα πόδια τους τρίφτηκαν. Της έπιασε το χέρι.

Είναι γνωστό πως κάθε απόφαση είναι μια μικρή ή μεγάλη κατηφόρα. Θέλει προσπάθεια να επιστρέψεις πίσω. Κάποιες είναι ολόκληροι γκρεμοί. Δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής.

-Συγγνώμη αλλά θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι. Μήπως μπορείς να περιμένεις μια στιγμή να τελειώσω;

Αυτό όμως που δεν είναι τόσο γνωστό, είναι πως τις αποφάσεις τις παίρνει μόνο του το σώμα - το ασυνείδητο αν προτιμάτε - και ύστερα το καταλαβαίνει το μυαλό. Το σώμα σου έχει ήδη πάρει την απόφασή του και μόνο κοιτώντας εκ των υστέρων τις πράξεις σου, βλέπεις πότε πραγματικά άρχισες να φαίρεσαι με δεδομένη την απόφαση. Αυτή η στιγμή είχε ήδη φτάσει και για τους δύο.

-Ε..., εντάξει.

Τον φώναζαν. Συναίνεσε στην προσημείωση και σε μισό λεπτό είχε τελειώσει.

Βγήκε έξω και την είδε να τον περιμένει.

-Είσαι δικηγόρος;

Χαμογέλασε.

-Αυτό ήθελες; Φυσικά. Είναι πρόβλημα;

-Όχι. Όχι. Απλώς γράφω κάτι για τα δικαστήρια, μια μικρή ιστορία, και ήθελα να μάθω κάτι για να είναι αληθοφανής. Σκέφτηκα πως αν είσαι δικηγόρος θα το ξέρεις.

-;

-Υπάρχουν τουαλέτες που μπορείτε να χρησιμοποιείτε εσείς οι δικηγόροι;

-! ... Ναι, φυσικά. Τώρα όμως μου ανάβεις την περιέργεια. Τι χρειάζονται οι τουαλέτες;

-Στην ιστορία μου, στις τουαλέτες αυτές κάνουμε εμείς οι δύο έρωτα. Έλα να μου δείξεις.

Της έπιασε το χέρι και άρχισε να περπατάει. Δεν αντιστάθηκε. Όπως και να έχει όμως, απλώς ακολουθούσε. Δεν του έδειχνε τον δρόμο.

-Ξέρεις εγώ....

-Ξέρω, την διέκοψε. Ούτε εγώ. Πρέπει όμως να δω, πρέπει εσύ να μου δείξεις.

Είχε κάτι υποβλητικό αυτό το πρέπει του που δεν μπόρεσε να του αρνηθεί. Προχωρούσε ήδη στην κατηφόρα της.

Μπήκαν στο κτήριο έξι, στο βάθος του διαδρόμου δεξιά. Έφτασαν έξω από τις τουαλέτες.

-Μπες εσύ να δεις αν υπάρχει καμιά γυναίκα μέσα.

Μπήκε. Άνοιξε την πόρτα και του έγνεψε να μπει. Μπήκε και αυτός. Ένα τετράγωνο σχετικά δωμάτιο με δύο νιπτήρες και τρία κουβούκλια.

Άνοιξε το ένα και την έσπρωξε μέσα. Μπήκε και αυτός.

Την φίλησε.

Τον δάγκωσε.

Έτσι είσαι! σκέφτηκε.

Της άρπαξε το στήθος σαν αετός το θήραμα. Το άλλο χέρι ήταν ήδη χαμηλά. Ο κώλος της σφικτός, όπως τον περίμενε.

Το πρώτο κουμπί απ'το πουκάμισο ήταν ανοικτό, το δεύτερο σκίστηκε. Φίλησε τον λαιμό της και αυτή ρίγησε.

-Όχι πιπιλιά!

-Πολύ αργά γλύκα μου.

Κάθησε, του κατέβασε το παντελόνι και τον έβγαλε έξω. Τον έβαλε στο στόμα μέχρι που η καύλα του θόλωσε τα μάτια.

Σταμάτησε να τις χαϊδεύει τα μαλλιά και την σήκωσε πάνω. Έβγαλε το παντελόνι της, την γύρισε ανάποδα και με κόντρα τον τοίχο την πήρε. Στην αρχή αργά μέχρι να μπει καλά μέσα της, και μετά όλο και πιο βίαια. Τα πνιχτά βογκητά τους έδιναν τον ρυθμό.

Βγήκε πριν τελειώσει και τις έχυσε τον κώλο.

Πήραν ανάσες καθώς ντυνόντουσαν. Δεν είπαν λέξη.

Βγήκε πρώτα αυτή και μετά αυτός.

Έξω, μίλησε πρώτη αυτή.

-Ξέρεις..., αλήθεια δεν το έχω ξανακάνει.

-Το ξέρω. Και για μένα ήταν η πρώτη φορά.

-Μήπως θα μπορούσαμε...

-Δεν νομίζω, την διέκοψε. Είναι πολύ κομπλικέ. Είναι πολλά που...

-Άστο. Αντίο, είπε με βουρκωμένα μάτια.

-Αντίο. Έφυγε με γρήγορα βήματα.

Μόλις βγήκε έξω ένιωσε το κενό στο στομάχι. Κάθε βήμα προς το αυτοκίνητο ήταν όλο και πιο βαρύ. Γύρισε πριν συμπληρώσει πέντε.

Άρχισε να τρέχει, πέρασε την είσοδο ξανά και έφτασε εκεί που την άφησε. Δεν ήταν εκεί. Κοίταξε γύρω, μάταια. Είχε χαθεί.

Από τότε πέρασαν δύο χρόνια.

Μια φορά τον μήνα πηγαίνει στο προκάτ νούμερο 1. Κάθεται σε μια καρέκλα και βλέπει αυτούς που κάνουν προσημειώσεις.

Αυτή δεν ξαναφάνηκε. Δεν τον πειράζει. Του αξίζει να μην την ξαναδεί.

Πρέπει όμως να πληρώσει το χρέος του. Κάθε μήνα δωρίζει δύο ώρες «αταξίας» από την «τακτοποιημένη» ζωούλα του στην όμορφη δικηγόρο.

Ή στο φάντασμά της.
Blogged with the Flock Browser

Friday, 16 May 2008

Ταχύτητα

Το παν είναι να έχεις αρχές μου έλεγε ο πατέρας μου.

Δεν ξέρω αν είχα πραγματικά. Λίγες πάντως. Το ου κλέψεις το 'χασα νωρίς, το ου φονεύσεις όχι, αλλά η τύχη έπαιξε τον δικό της ρόλο.

Είχα όμως κάτι. Όχι αρχή ακριβώς, αλλά ένα νήμα, μια αδιόρατη κλωστή που δένει τις στιγμές της ζωής μου και τους δίνει ένα κάποιο νόημα. Δεν φαίνεται εύκολα, μόνο από μέσα μπορείς να το δεις· εγώ δηλαδή το ξέρω. Άντε κανένας δυο ακόμη. Όλοι έχουμε κάτι τέτοιο αν το καλοσκεφτούμε.

Δεν πιστεύω στον χρόνο. Δηλαδή, όχι πως δεν υπάρχει, αλλά πιστεύω πως είναι μια έννοια νοητική, όχι φυσική - που μπορείς να την νιώσεις. Τι είναι ο χρόνος; Τίποτε χωρίς την αλλαγή. Αν όλα έμεναν ακίνητα τότε δεν θα υπήρχε χρόνος. Αλλά ο ίδιος ο χρόνος θα προϋπέθετε  κάτι απόλυτο για να μετράμε. Κάτι που, σήμερα πια, ξέρουμε πως δεν υπάρχει.

Αν όμως ο χρόνος και η αλλαγή είναι δίδυμα σιαμαία μωρά, τότε ίσως αυτά τα δυο μωρά να είναι κάτι άλλο. Ε λοιπόν είναι. Η ταχύτητα. Ο χρόνος είναι φτιαχτός, και η ταχύτητα όχι.

Απόδειξη. Χρειάζεσαι ρολόι για να καταλάβεις τον χρόνο. Την ταχύτητα όχι. Κλείσε τα μάτια πάνω στην μηχανή και νιώσε την ταχύτητα που έχεις. Νιώσε πως είναι να τρέχεις με 215! Καλά, είπαμε όχι να οδηγείς με κλειστά μάτια!

Θα κάνω μια μικρή στάση για να κατέβουν οι αριθμολάγνες που θα μου πουν πως χωρίς κοντέρ δεν ξέρεις πόσο τρέχεις.

Συνεχίζω. Η ταχύτητα λοιπόν δένει την ζωή μου. Η μάνα μου μου είπε πως μικρός έτρωγα λαίμαργα το γάλα. Ήθελα να τελειώσω γρήγορα. Μετά γρήγορος ύπνος, και πάλι πείνα! Απ΄ την αρχή υπάρχουν τα σημάδια για όσους ξέρουν να διαβάζουν.

Ακόμη και τώρα τρώω πρώτος το φαϊ μου. Ποιό το νόημα να περιμένεις; Για να κρυώσει; Το ίδιο και ο καφές. Ρουφάνε με τις ώρες και στο τέλος πίνουν ένα κρύο ζουμί. Όχι! Δυο γουλιές μου φτάνουν. Σιγά μην περιμένω να ζεσταθεί η μπύρα, να λιώσει το παγωτό!

Θέλετε παραδείγματα; Στο σχολείο έτρεχα, έφτασα μέχρι και νικητής στους Φοιτητικούς Αγώνες. Η μηχανή μου με συντροφεύει πάντα, και όταν ήμουν μικρότερος η Εθνική, η Βούτα και άλλα στέκια με ήξεραν καλά. Τώρα μεγάλωσα λίγο...

Ακόμη και στο σεξ τα προκαταρτικά τα βαριέμαι. θέλω να φτάσω στο τέλος γρήγορα, να νιώσω την ηδονή! Μην χαζογελάτε, ξέρω. Δεν είναι πάντα αβαντάζ η ταχύτητα. Αν η γυναίκα μου έχει πρόβλημα, δεν μου το έχει δείξει. Κάνω λοιπόν πως δεν καταλαβαίνω.

Το όνειρό μου ήταν να γίνω πιλότος στην Πολεμική. Γαμώ τα ένζυμά μου και τις μαλακίες τους δεν γινόταν. Οπότε μπήκα στους Υπαξιωματικούς για να είμαι κοντά τους. Ούτε αυτό το μπόρεσα, πυροτεχνουργός κατέληξα.

Τέλος πάντων, αν το καλοσκεφτώ κάθε σκέψη μου γυρνάει γύρω από αυτό. Ποιός είναι ο πιο γρήγορος δρόμος, πως θα μάθω πιο γρήγορα, θα τελειώσω πιο γρήγορα, θα γυρίσω πιο γρήγορα. Πως θα τελειώσει ο γιός μου το φαΐ γρηγορότερα, πως θα ρευτεί πιο γρήγορα.

Όταν όμως τελειώσεις, έχεις κάτι άλλο να κάνεις. Που πρέπει να γίνει γρήγορα· μετά κάτι άλλο και κάτι άλλο σε ένα ατελείωτο γαϊτανάκι χωρίς αρχή και τέλος. Ο απόλυτος κύκλος. Ζαλίζει όταν τον βλέπεις απέξω αλλά από μέσα δεν είσαι άσχημα. Θα πηγαίνω δεξιά αριστερά όταν σταματήσει, αλλά όταν αυτό το γαϊτανάκι σταματήσει, δεν πας πουθενά. Όχι μόνος σου δηλαδή, άλλοι σε πάνε.

Γιατί τα σκέφτομαι τώρα αυτά; Αυτό είναι που λένε περνάει η ζωή από τα μάτια σου;

Ίσως. Πάντως εδώ στην Βοσνία που βρίσκομαι, καθαρίζοντας νάρκες και βόμβες, περνά συχνά η ζωή μου μπροστά μου.

Όχι, το διαφορετικό είναι πως πρέπει να κάνω σιγά. Πρέπει να βγάλω τον πυροκροτητή με προσοχή και σιγά σιγά, για να μην εκραγεί η βόμβα. Και αυτό είναι το δυσκολότερο πράγμα για μένα. Αυτό πρέπει να κάνω καθώς η σταγόνα του ιδρώτα στον κρόταφό μου τρέχει γρηγορότερα από τα χέρια μου.

Πρέπει να κάνω σιγά. Πρέπει; Πρέπει. Πρέπει;

Γαμ...




Blogged with the Flock Browser

Friday, 2 May 2008

Η τελευταία ρουφηξιά

Τον θυμάμαι τον παππού.

Τον έβλεπα κάθε καλοκαίρι στο χωριό. Λένε πως οι άνθρωποι όσο μεγαλώνουν αποκτούν συνήθειες που δεν τις αλλάζουν εύκολα. Μπορεί. Μπορεί και να ήταν άνθρωπος που είχε τέτοιες συνήθειες και νέος. Δεν ξέρω.

Ξέρω όμως πως κάθε βράδυ έκανε το ίδιο πράγμα. Πρώτα τρώγαμε το βραδυνό και έριχνε τον καθιερωμένο τσακωμό με την γιαγιά για το φαΐ. Δεν έχει σημασία γιατί. Κάθε φορά άλλο, κάθε φορά το ίδιο.

Είναι κάτι τσακωμοί που μοιάζουν με σελίδες βιβλίου. Ανοίγεις δυο στην τύχη και είναι τελείως διαφορετικές. Άλλες λέξεις, άλλα γράμματα, άλλα σημεία στίξης. Αν μείνεις όμως εκεί και είσαι ευχαριστημένος, τότε είσαι στατιστικολόγος. Πρέπει να τις ανοίξεις μία μία με την σειρά. Τότε βλέπεις πως η μία αλληλοσυμπληρώνει την άλλη, η μία δίνει νόημα στην επόμενη και όλες μαζί κάνουν μια ιστορία, ένα βιβλίο, μια ζωή.

Τέλος πάντων, παρασύρομαι. Μετά τον βραδινό τσακωμό, έβγαινε έξω στον κήπο και πήγαινε στην άκρη του, εκεί που υπήρχει το παλιό κοτέτσι. Πήγαινε καιρός που είχε σταματήσει να έχει κότες και το είχε για να μαζεύει ξύλα για τον χειμώνα εκεί. Τα φρέσκα αυγά στο χωριό δεν ήταν δυσεύρετα, και οι κότες μπελάς όσο μεγαλώνεις...

Πήγαινε λοιπόν εκεί, έβγαζε τα σπίρτα - δεν του άρεσαν οι αναπτήρες στη γεύση έλεγε - και άναβε τσιγάρο. Μην με ρωτήσετε αν το έκανε και τον χειμώνα, εγώ το καλοκαίρι τον έβλεπα στο χωριό. Μπορεί αυτή η εικόνα να είναι ένα ψέμα του μυαλού μου· για μένα όμως γινόταν κάθε μέρα.

Ρουφούσε αυτό το τσιγάρο σαν να ήταν το τελευταίο της ζωής του εκεί στο πεζούλι, έξω απ'το παλιό κοτέτσι. Πάντα σκεφτικός, δεν μου μιλούσε σαν πλησίαζα. Μόνο κανένα χαμόγελο μου χάριζε.

Αφού έφτανε στο τέλος αυτό το τσιγάρο, ρουφούσε την τελευταία ρουφηξιά με τα μάτια κλειστά και με τόση δύναμη, που θαρρείς θα ρουφούσε τον κόσμο όλο. Θα γινόταν το παλιό κοτέτσι, το χωράφι δίπλα, το σπίτι μας, τα τέσσερα γειτονικά στον δρόμο, ένα σεντόνι που θα έμπαινε στο στόμα του και θα άφηνε πίσω το απόλυτο μαύρο, το απόλυτο κενό.

Όσο δυνατά ρουφούσε, τόσο αργά και απαλά έβγαζε μετά την αναπνοή του. Με έναν ανατολίτικο ρυθμό, σαν να είχε σταματήσει ο κόσμος και να μην υπήρχει καμμιά έννοια στην ζωή.

Μετά, έβγαζε έναν αναστεναγμό, έσβηνε την γόπα, και πήγαινε σπίτι να ξαπλώσει δίπλα στην γιαγιά.

Blogged with the Flock Browser

Friday, 25 April 2008

Το Βιβλίο της Ζωής



Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας το μυστικό που με τρώει τα τελευταία χρόνια της ζωής μου. Αυτό που με κόπο φωτογράφησα παραπάνω, είναι το "Βιβλίο της Ζωής". Όπως βλεπετε η φωτογραφία είναι λίγο θολή. Παρόλο που προσπάθησα πάρα πολλές φορές να το φωτογραφήσω αλλάζοντας και μηχανή και μόλο που δεν είμαι κακός φωτογράφος δεν κατάφερα να νετάρω. Πιστεύω πως αυτό δεν είναι δυνατό. Μην με ρωτήσετε γιατί· δεν ξέρω να σας απαντήσω. Ή μάλλον, δεν θα με πιστεύατε. Ας πάρω όμως τα πράγματα από την αρχή.

Πριν από μερικά χρόνια βρέθηκα στην Αλεξάνδρεια στα απομεινάρια της αρχαίας βιβλιοθήκης της. Ήταν σε μια αποστολή συνεργασίας των Αρχαιολογικών Εταιριών των δύο χωρών, αποστολές ρουτίνας· μια ομάδα νεοσυλλέκτων αρχαιολόγων, η φιλοδοξία τους μικρότερη μόνο από την αμετροέπειά τους, ανάμεσά τους και ο υποφαινόμενος, θα δημιουργούσαμε τον κατάλογο των έργων.

Δουλειά σημαντική αλλά ρουτίνας. Σημαντική. Τι λέξη! Ο άνθρωπος μπορεί να κοροϊδέψει τον εαυτό του πως αυτό το μικροσκοπικό με το οποίο ασχολείται είναι αναγκαίο για όλη την ανθρωπότητα. Το κάνει ο πιλότος του F16, ο καρδιοχειρούργος, ο καπετάνιος αλλά και ο Γουίλι ο θερμαστής από το Τζιμπουτί. Όχι μόνο το κάνει, το χρειάζεται κιόλας. Τα παραμύθια είναι το καύσιμο της ψυχής.

Έτσι και εμείς· νομίζαμε πως σώζαμε τα μυστικά του κόσμου. Μυστικά κρυμμένα στις αποθήκες της Αλεξάνδρειας. Η κάθε αποστολή ήταν για ένα μήνα. Για μένα ήταν η τρίτη φορά, πράγμα σπάνιο. Ήμουνα παλιός, και ο επιθεωρητής της Αιγυπτιακής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας που με ήξερε πια, μου έδειχνε κάποια περισσότερη εμπιστοσύνη. Κάπου στις τρεις εβδομάδες, ανάμεσα σε χειρόγραφα και δερματόδετα βιβλία τα χαρακτηριστικά των οποίων έγραφα στις φόρμες καταχώρησης, είδα αυτό που βλέπετε στην φωτογραφία.

Αμέσως ένιωσα πως κάτι διαφορετικό είχα στα χέρια μου. Το βιβλίο άνοιγε από τα αριστερά, σημάδι πως είναι Εβραϊκό. Ανοίγοντάς το, είδα πως είναι γραμμένο στα εβραϊκά αλλά είχε σημειώσεις στο περιθώριο στα Ελληνικά.

Ο τίτλος του: Το βιβλίο της Ζωής. Το προοϊμιο με τρόμαξε αλλά και με μαγνήτισε όπως η φλόγα το μυγάκι.

Όποιος θέλει να μάθει τα μυστικά της, ας εισέλθει με προσοχή στα κείμενα που θα παραθέσω. Προσπάθησα να διασώσω ό,τι μπορούσα, καθώς η Εκκλησία και οι μεταφραστές της, σκοπό έχουν την εξόντωση των μυστικών που μας έρχονται από την Αιγυπτιακή και Ελληνική αρχαιότητα. Λαμβάνω μέρος καθημερινά σε ένα ψέμα, αλλά το βράδυ, υπό το φως κηρίων, γράφω ώστε να μπορέσω να διαφυλάξω όσα μαθαίνω το πρωϊ από τους χασάπηδες της Ιστορίας.

Κρύος ιδρώτας με έπιασε. Ευτυχώς έβρεχε και φορούσα καπαρντίνα. Το έκρυψα από κάτω της και προφασίστηκα κοιλόπονο. Δεν ήταν άγνωστος σε εμάς του Έλληνες άλλωστε. Άφησα τα πράγματά μου εκεί για να συνεχίσει την δουλειά κάποιος συνάδελφος. Ο ιδρώτας στο μέτωπό μου έκανε την δικαιολογία μου πιστευτή και ο Επιθεωρητής με άφησε να φύγω.

Το έργο είναι από την εποχή της μετάφρασης των εβδομήκοντα. Προφανώς ο συγγραφέας - Νικόδημος ο Αλεξαδρεύς υπογράφει - είναι ένας εξ αυτών. Η συγγραφή του πήρε αρκετά χρόνια. Η μετάφρασή του δεν μου παίρνει λιγότερο.

Από τότε το έχω σπίτι μου και μεταφράζω. Αυτά που διαβάζω μου φαίνονται απίστευτα και με φοβίζουν. Άνοιξα αυτό το μπλογκ ώστε να μπορέσα να σας γράψω κάποια από αυτά. Θα το κάνω διάσπαρτα σε άλλα ποστ ώστε να μην γίνω στόχος.

Ξεκίνησε με μια απλή πρόταση που έκανα στον Ηνίοχο. Αυτός την πήρε και την έκανε παιχνίδι. Δεν θα καλέσω κανένα. Θα παρακαλέσω όποια θέλει να γράψει και αυτή κάτι. (Χα χα χα άντε και εσείς αγοράκια γράψτε).

Γράφω για έναν πίνακα που έχω στον τοίχο μου. Δεν έχω να γράψω καμμιά όμορφη ιστορία για τον πίνακα του Γερμανού που έχω. Πήγαινα σε μια γκαλερί στο Ίλιον γιατί ήθελα να κάνω δώρο πίνακες σε κάποιους κοντινούς μου ανθρώπους όταν παντρεύτηκαν· τον έβλεπα και τον ερωτεύτηκα· τον παντρεύτηκα.

Δεν ήξερα τι να γράψω για αυτόν παρά μόνο πως μου θυμίζει βιβλίο...

Posted by Picasa

Sunday, 6 April 2008

...Η αποτυχία

Χτύπησε το κινητό. Η γυναίκα. Άστο καλύτερα δεν το σηκώνω. Θα την έχει φάει η αγωνία αλλά δεν πειράζει, θα το ξεχάσει γρήγορα. Έτσι και αλλιώς η απόφαση πάρθηκε.

Ο αέρας δυνάμωσε κι' άλλο. Η πλώρη έκοβε τα κύματα και το σκαρί πήγαινε πάνω-κάτω σε έναν μεθυστικό ρυθμό. Διόρθωνε το τιμόνι πριν από κάθε κύμα ώστε να το φέρει γλυκά στο σκάφος αλλά όλα αυτά γινόντουσαν αυτόματα χωρίς συνείδηση. Ξαφνικά η αλισάχνη τον χαστούκισε. Ξύπνησε από τον λήθαργό του.

Και ο γάμος, τα παιδιά; Τι είναι; Δεν ακυρώνουν κάθε ελευθερία του ανθρώπου; Ή έστω του άντρα; Όχι. Ελευθερία είναι η δυνατότητα να επιλέγεις τις δεσμεύσεις σου. Να θέτεις όρια και περιορισμούς στον εαυτό σου. Για κάποιους τέτοιος είναι και ο γάμος. Αρκεί να το κάνεις συνειδητά, αρκεί να τον θέλεις εσύ. Δεν συμβαίνει όμως έτσι πάντα.

Παιδιά θέλεις, γιατί νιώθεις τον θάνατο να σε ζυγώνει. Τα μεγαλώνεις και ελπίζεις να τους περάσεις κάτι από τον εαυτό σου. Κάτι από το πνεύμα σου, την ματιά σου, τον τρόπο σκέψης σου. Να τα μεγαλώσεις και να δεις λίγο από εσένα μέσα τους. Τότε ησυχάζεις και μπορείς να κλείσεις τα μάτια σου.

Τότε.

Αντί για αυτό όμως, τι γίνεται;  Η κόρη σου, σπουδαγμένη, με τα φόντα για καριέρα, ικανή για όλα, αντί να διαλέξει τον δρόμο της, αντί να προσπαθήσει στην ζωή, διαλέγει έναν μαλάκα για να παντρευτεί. Να παντρευτεί στα 25 της! Έναν πλούσιο σαραντάρη που θα της προσφέρει σιγουριά, άνεση και ... και ... κι εγώ δεν ξέρω τι θα της προσφέρει ο γελοίος. Και εγώ δεν μπορώ να της πω τίποτε. Γιατί αν το κάνω - που προσπάθησα απ' έξω απ' έξω - θα με αρχίσει στα βρισίδια και δεν θα σταματάει. Αντί να πιάσει και να δαγκώσει το μήλο της Ζωής, θα κάτσει να τρώει σταφύλια από τα χέρια του ευνούχου. Θα αρμέγει την αγελάδα και θα γίνει μάνα. Και τι μάνα. Δεν θα έχει ζήσει και θα ζει μέσω τον παιδιών της. Θέ μου, εγώ τίποτε δεν κατάφερα να της δώσω;

Είχε ήδη φτάσει στον όρμο της Βούλας.  Σχεδόν σούρουπο ο άνεμος είχε κατααγιάσει. Μαϊνάρισε την τζένοα, την έσπρωξε μέσα στο χατς, και μετά μαϊνάρισε και την μαΐστρα. Έριξε άγκυρα αρόδου και κάθησε πίσω απ'το τιμόνι. Ήπιε ένα τελευταίο ποτηράκι, κάπνισε ένα πούρο - το τραβούσε η στιγμή - και κατέβηκε κάτω. Στην ντουλάπα βρήκε το κουστούμι που είχε φέρει. Άλλαξε. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη μια τελευταία φορά και ανέβηκε στο κατάστρωμα.

Έριξε το ντίνγκι, και βγήκε στην παραλία. Περπάτησε ως τον δρόμο και περίμενε να περάσει ένα ταξί. Μέχρι να γίνει αυτό,κατέβασε το σακάκι στους ώμους, σήκωσε τον γιακά του πουκάμισου και φόρεσε την γραβάτα του.

Σήκωσε το χέρι να σταματήσει το ταξί, μπήκε μέσα και κίνησε για τον γάμο της κόρης του.

...at last.
Blogged with the Flock Browser

Friday, 4 April 2008

...Η αποτυχία...

Χαλάρωσε λίγο μια και δεν είχε στην πραγματικότητα ρότα. Δεν είναι εντελώς αλήθεια αυτό. Είχε πάντα το χάρισμα της πηγαίας αυτοπεποίθησης, μπορούσε πάντα να αφήνει τα πράγματα να τον παρασύρουν, σίγουρος πως μπορούσε να αντιμετωπίσει ό,τι θα του τύχαινε και δίνοντας την εντύπωση πως είναι καβάλα και οδηγεί την κατάσταση. Αυτό τον έσωσε πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά και του άνοιξε πολλές πόρτες. Όταν είχε βγεί από το λιμάνι, έκλεισε τα μάτια και γύρισε το τιμόνι τέρμα. Περίμενε μερικά δεύτερα και γύρισε στο κέντρο. Άνοιξε τα μάτια· κοιτούσε την Γλυφάδα. Χαμογέλασε και διόρθωσε την πορεία για την Βούλα. Εύκολα θα μπορούσε να είχε δει την Σαλαμίνα ή την Αίγινα, αλλά είδε την Γλυφάδα.

Αν μπορούσαμε να τον δούμε και τώρα, θα νομίζαμε πως είχε ραντεβού με την Βούλα, θα βλέπαμε πως κοιτούσε όλη την παραλιακή, τον Αγ. Κοσμά, το Ελληνικό μέχρι τον προορισμό του και ρουφούσε τον καπνό του, το ουίσκι του και σκεπτόταν.

Τι είναι ο άνθρωπος εκτός από μια ασταμάτητη ροή. Ροή σκέψεων, αισθημάτων και θελήσεων που κάπως έχει κατασταλάξει. Ένα ατέλειωτο χωνευτήρι που έχει διαλέξει τι θέλει, ακόμη και αν δεν ξέρει το πως και το γιατί. Και πως θα μπορούσε να ξέρει άλλωστε. Υπάρχει κάτι το βαθειά ανθρώπινο στο να μην ξέρεις πως λειτουργείς. Η πολυπλοκότητα αυτή μας κάνει ανθρώπους. Το βλέπεις στα νεογέννητα, που είναι σχεδόν σαν ρομποτάκια. Έχουν τρία κουμπιά, άλλαγμα, τάισμα, ύπνος και τα πατάς ανάλογα. Όμως είναι άνθρωποι, όχι επειδή τρώνε ή κλαίνε ή κοιμούνται, αλλά στον βαθμό που δεν είμαστε σίγουροι όταν κλαίνε γιατί κλαίνε.

Και αυτός; Τι ήθελε; Τι τον κούρντιζε, τι τον κρατούσε ξύπνιο την νύχτα και τι τον έτρεφε; Η ομορφιά και η ελευθερία. Το φίλτρο του τσιγάρου τον ξύπνησε από τις σκέψεις του. Είχε φτάσει η καύτρα σε αυτό. Το πέταξε στην θάλασσα. Γαμώτο. Έχω πει πως πρέπει να το σταματήσω αυτό. Αν ήταν εδώ η κόρη μου θα μου την έλεγε. Της το υποσχέθηκα.

Καιρός για τζένοα. Η σοφράνο σκότα ήταν ωραία νεταρισμένη πάνω στο σελφ-τέιλ ράουλο. Την αμόλυσε στην κουβέρτα. Κατέβηκε στην πλωριά καμπίνα, άνοιξε το χατς και έβγαλε την τζένοα από το σώβρακο. Έδεσε το πρώτο σκυλάκι στο χατς ώστε να το βρει από την κουβέρτα και ανέβηκε.

Στην πλώρη, πέρασε τα σκυλάκια ένα-ένα στον πρότονο. Έβαλε το μαντάρι στην τζένοα, και γυρνώντας στο κόκπιτ πέρασε το μαντάρι στο σελφ τέιλ. Το επόμενο κομμάτι ήταν πιο δύσκολο. Έπρεπε να βιράρει αλλά και να μαζέψει την σκότα, φέρμα. Πρώτα όρτσαρε αν και δεν χρειαζόταν πολύ, μια και ο άνεμος είχε γυρίσει Λεβάντες. Βίρα, φέρμα, βίρα, φέρμα, έτοιμη και η τζένοα.

Τώρα μπορεί να σβήσει και η μηχανή.

Επιτέλους, ησυχία. Ή η φασαρία θα ακούγεται ή οι σκέψεις.

Ο άνεμος είχε ανέβει και το σκάφος στα ανοιχτά όρτσα έγραφε εννιά μίλια. Σε μια ώρα θα ήταν Βούλα.

Γύρισε στις σκέψεις του. Ομορφιά και ελευθερία είπα. Είναι αλήθεια; Είμαι εγώ αυτό; Μήπως κοροϊδεύω τον εαυτό μου; Ευτυχία; Ποιος δεν την θέλει; Εγώ όμως δεν την είπα, σκέφτηκε. Δεν είπα ευτυχία και ελευθερία. Ή ομορφιά και ευτυχία. Μπα, δεν λέει τίποτε η ευτυχία. Η κάθε μαϊμού μπορεί να είναι ευτυχισμένη αν της δώσεις μια μπανάνα.

Η ομορφιά! Δυο γάμπες καθώς βγαίνουν έξω από το αυτοκίνητο πριν ακόμη προβάλει η γυναίκα· το ηλιοβασίλεμα μέσα από μια σκηνή μπροστά στην θάλασσα· η ανατολή ή η βροχή ενώ κολυμπάς· τα έλατα χιονισμένα· η χιονοθύελλα έξω από το σπίτι ενώ καίει το τζάκι· το πρώτο κλάμα ενός παιδιού· το πρώτο του βήμα· η στιγμή της επιφώτησης όταν λύνεις ένα πρόβλημα· το βλέμμα του άντρα όταν βγαίνει από το δωμάτιο που έχασε την παρθενιά του· οι ανάσες μιας γυναίκας που χύνει.

Ελευθερία! Ο άντρας που φεύγει για το μέτωπο· η γυναίκα που διαλέγει καριέρα αντί οικογένεια· ο σκύλος που δαγκώνει τον αφέντη του· το παιδί που δεν πίνει το γάλα του· ο ήρωας· ο βαγκαμπόντης· ο γάιδαρος· ο εφευρέτης.

Το μπουκάλι ανεβαίνει αλλά ο πάγος όχι. Έπρεπε να ξανακατέβει για ανεφοδιασμό.

Η Βούλα πλησίαζε.

this is taking longer than expected...
Blogged with the Flock Browser

Wednesday, 2 April 2008

Η αποτυχία

Έβαλε μπρός την μηχανή, ξεκλείδωσε την φάλκα, και κατέβηκε με γοργά βήματα στο αμπάρι. Άνοιξε το ψυγείο και άφησε την σακούλα με τον πάγο.

Έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι, κι άλλαξε απ' τα βρεγμένα ρούχα του. Φόρεσε την νιτσεράδα καθώς άφηνε το μοναδικό παγάκι να λιώσει μέσα στο Cutty Sark. Του άρεσε πάντα να πίνει το ουίσκι με κρύο νερό ή αν δεν είχε, άφηνε ένα παγάκι να λιώσει. Το τσάι του - έτσι το έλεγε.

Μέτραγε τις αποστάσεις με τα μπουκάλια. Ρόδος-Αθήνα πέντε μπουκάλια. Στα νιάτα του δηλαδή, όταν έφερνε νοικιάρικα μόνος του, σερί.

Τα νιάτα του! Πριν εικοσιπέντε χρόνια είχε κάνει ράλι Αιγαίου μόνο με γυναίκες. Τότε! Όχι σήμερα ο Στρούζας που το πασάρει και για ιδέα του. Τι κάθεται και σκέφτεται τώρα. Πήρε το ποτήρι, και ανέβηκε στην κουβέρτα.

Η βροχή είχε κοπάσει λίγο. Δεν σταμάτησε εντελώς, αλλά χτυπούσε την θάλασσα με αργά, χοντρά, δάκρυα. Μαστίγωνε τα κύματα για να εξευμενίσει τον Ξέρξη, και αυτά, υπάκουα, είχαν καταλαγιάσει.

Έλυσε τις πριμάτσες, ανέβασε στροφές, και σαν βγήκε έξω από το λιμάνι, μάζεψε τα μπαλόνια.

Με καρφωμένο το τιμόνι ανατολικά-νοτιοανατολικά προς την Βούλα, ήπιε μια τρίτη γουλιά απ'το ουίσκι και άφησε τις πρώτες σκέψεις να ξεφύγουν απ' το κλουβί του μυαλού του.

Γιατί;

Έζησε έκλυτον βίον που θα έλεγε ο Άνθιμος. Του ξέφυγε ένα πνιχτό γελάκι. Ίσως αυτό πληρώνει τώρα.

Είχε "βαφτίσει" κάθε σκάφος που ταξίδεψε. Τι γυναίκες είχαν περάσει από τα χέρια του, τι γαμήσια. Δεν τα έκοψε ούτε όταν παντρεύτηκε. Εντάξει τα ελάττωσε φυσικά. Δεν έχει νόημα αλλιώς.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ φώναξε μέσα απ'τα στήθεια του. Έτσι έζησε. Η γυναίκα του έκανε τα στραβά μάτια στις ατασθαλίες του, αλλά μέσα της ήταν και αυτή ίδια με αυτόν. Δεν γίνεται αλλιώς. Αν δεν νιώθεις τον άλλον, δεν μπορείς πραγματικά να δεχτείς την συμπεριφορά του. Δεν υπάρχει ανοχή στην διαφορετικότητα αν δεν είναι ήδη ταυτότητα.

Θα το άντεχε αν έκανε και αυτή τα ίδια; Εδώ που τα λέμε, δεν ξέρει αν έκανε τα ίδια. Δεν το συζητούσαν. Δεν είναι υποκρισία, όχι, δεν δεχόταν την κατηγορία. Δεν είναι υποκρισία να μην συζητάς ένα θέμα που ξέρεις πως υπάρχει. Κάποια πράγματα πρέπει να μένουν άρρητα. Από σεβασμό. Υποκρισία είναι να παίζεις θέατρο κοροϊδεύοντας το άλλο. Να βγαίνεις και να χαρακτηρίζεις πορνεία τις σεξουαλικές σχέσεις, ενώ κάτω από τα ράσα να τριγυρνάς με την καύλα να, έτοιμος να καρφώσεις το πιο κοντινό κωλαράκι.

Κατέβηκε να πάρει το μπουκάλι και λίγο πάγο και γέμισε άλλο ένα ποτήρι. Έβαλε τσιγάρο στο στόμα. Πρέπει να έχουν τρομερές θύελλες στην Κίνα - οι καλύτεροι αναπτήρες θυέλλης είναι πάντα made in China. Χα.

Γύρισε κατάορτσα και κατέβασε την μηχανή στις χίλιες διακόσιες στροφές. Πέρασε μπροστά από το τιμόνι, έβγαλε την σκότα από το ράουλο και πέρασε το μαντάρι.

Με κινήσεις αίλουρου έλυσε τις δέστρες από την μάτσα και έβγαλε την κουκούλα. Κατέβασε το μαντάρι τραβώντας το προς την βάση του καταρτιού. Η κίνηση αυτή το ξεκόλησε, και έτσι όταν γύρισε στο ράουλο δεν δυσκολεύτηκε να το βιράρει. Το πανί έπαιζε στον φρέσκο αέρα ακόμη και όταν φίρμαρε το μαντάρι. Comme il faut.

Πόδησε λίγο. Το πανί φούσκωσε και η υποπίεση άρχισε να δουλεύει. Πόδησε κι άλλο ξαναγυρίζωντας προς Βούλα. Χαλάρωσε το cunningham, ανέβασε στροφές, κάρφωσε το τιμόνι, κάθησε κάτω και ρούφηξε καπνό. Μέχρι να εκπνεύσει, το χέρι είχε βρει το ποτήρι χωρίς τα μάτια να χάσουν τον ορίζοντα - μαθημένα τα χέρια να βρίσκουν το ποτήρι όπου και αν βρίσκεται, όπως το λιοντάρι ξέρει καθε πέτρα κάτω απ'τα πόδια του μ' όλο που κοιτάει μόνο το θήραμα - και έπινε την πρώτη γουλιά.

Έπιανε έξι κόμβους.

to be continued...
Blogged with the Flock Browser

Tuesday, 11 March 2008

Ξανθή Μητέρα

Αφού τελείωσαν τα τακτικά θέματα της συνέλευσης προχώρησαν στο αμαρτωλό "Άλλες υποθέσεις".

Πρώτος μίλησε ο μέγας συντονιστής δραστηριοτήτων.

- Θεωρώ πως πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση στις λατρευτικές μας υποχρεώσεις.  Έχουμε τον τελευταίο καιρό πάρει αρκετούς εργάτες και τους βάλαμε σε υπηρεσίες λατρείας. Παρόλα αυτά έχουμε πάρα πολλές απώλειες και δεν είναι αρκετοί οι εργάτες που έχουν σταλεί.  Μην ξεχνάτε πόσο σημαντικό είναι να λατρεύουμε την Ξανθή Μητέρα, την Υπέρτατη Θεά η οποία πρέπει να τρέφεται καθημερινά με αρκετούς από εμάς ως θυσία.

Τον λόγο πήρε ο αρχιπρογραμματιστής βάρδιας.

- Ex officio έχω χρέος να δώσω πόρους στις εργασίες. Οι καιροί είναι μεν καλοί αλλά μην ξεχνάμε πως η ανάπτυξη είναι που δίνει εργασία στα παιδιά μας και μπορεί να κάνει την κοινότητά μας ισχυρή στην διεθνή γεωπολιτική σκηνή. Παρόλα αυτά, θα  συμφωνήσω με τον μέγα συντονιστή. Η Θεά πρέπει να είναι ευχαριστημένη αν θέλουμε καλή παραγωγή.

Κανένας δεν θυμόταν τις απαρχές της λατρείας της Ξανθής Μητέρας.  Το μόνο σίγουρο ήταν πως ξεκίνησε πριν από πολλές γενιές.  Ίσως κάποια εξερευνητική αποστολή, από αυτές που η κοινότητα έστελνε συχνά πυκνά, να είχε ανακαλύψει τον ιερό χώρο στον οποίο η Ξανθή Μητέρα κινούταν.

Και αν το θέαμά της ήταν εκθαμβωτικό, αν ο ήλιος ήταν διαφορετικός όταν περνούσε από μέσα της, δεν υπήρχε αμφιβολία πως αυτό που της έδινε την απόκοσμη δύναμη, αυτό που την έκανε Μητέρα όλων των Θεοτήτων ήταν η μυρωδιά της.  Η θεία μυρωδιά η οποία έμενε πίσω της στον χώρο, και την οποία μπορούσες να διακρίνεις για πολλή ώρα μετά το πέρασμά της.

Αυτή τους οδηγούσε.  Η μυρωδιά· λεβάντα με λίγο νυχτολούλουδο, τόσο, ώστε να σπάει την σιγουριά των οσφρητικών κυττάρων και να σε κάνει να μυρίζεις ξανά και ξανά για να σιγουρευτείς.

Η λατρεία της είχε τα θύματά της.  Οι ιερείς και οι ιέρειες της Ξανθής Μητέρας έπρεπε να περπατήσουν - σε πλήρη σχηματισμό - μισή ώρα για να φτάσουν στον λατρευτικό τόπο. Και τότε ξεκινούσαν, τις λατρευτικές πορείες.  Ακολουθούσαν την μυρωδιά της Ξανθής Μητέρας ψάχνοντας μια ματιά της Αυστηρής Θεάς.

Και αυτοί που την έβρισκαν - υπνωτισμένοι από την μυρωδιά της -, έβρισκαν τον θάνατο από τον Θεϊκό Θυμό, θυσία στον πανάρχαιο νόμο που λέει πως υπάρχει ιεραρχία στην ύπαρξη στον κόσμο ετούτο, και πως οι Θεοί είναι ανώτεροι από τα υπόλοιπα όντα.

Λιγότεροι από τους μισούς ιερείς ξαναγυρνούσαν στην κοινότητα το βράδυ.  Όσοι γυρνούσαν ήταν αποκαμωμένοι αλλά γεμάτοι ελπίδα πως την επόμενη ημέρα θα ξημερώσει η μέρα που θα Την δούνε.

Το κλειδί γύρισε με γρήγορες κινήσεις.

- Γυναίκα, γύρισα.

- Τι κάνεις αγάπη; Πως ήταν η δουλειά;

- Καλά μωρέ, βαρετά λίγο. Εσύ;

- Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα μυρμήγκια σκότωσα και σήμερα.  Κάτι πρέπει να κάνουμε, έχουμε γεμίσει.

Blogged with Flock

Wednesday, 5 March 2008

Γυαλόχαρτα

Δεν έπρεπε να τον τρώει τίποτε.

Είχε μαζέψει όλα τα εργαλεία για την δουλειά του.  Φυσικά ήταν καλλιτέχνης, και το μεγαλύτερο εργαλείο κάθε καλλιτέχνη είναι ο πόνος.  Αυτός είναι η λίμνη στην οποία τα ψαράκια μεγαλώνουν.  Απο εκεί ο καλλιτέχνης αρπάζει μια πέρκα εδώ, έναν κυπρίνο εκεί, μια τσιπούρα παραπέρα, και τα σερβίρει μαριναρισμένα, καλοψημένα ή ωμά ανάλογα με τα γούστα του.

Παρόλα αυτά είχε τα εργαλεία του κι ας μην είχε πολύ πόνο.  Τα καλύτερα όμως, ήταν η συλλογή του από γυαλόχαρτα.  Είχε την πλήρη γκάμα 60άρια, 100άρια, 220άρια, 1200ρια, ό,τι βάζει ο νους.

Αρχικά, έφτιαχνε το έργο του το οποίο ήταν χοντροκομμένο, ανέτοιμο για εξωτερική προβολή.  Αυτή η φάση ήταν η πιο δημιουργική γιατί ανέβλυζε από μέσα του ο οίστρος της δημιουργίας, το έργο σχεδόν φτιαχνόταν μονάχο του, ο χρόνος δεν είχε την κανονική του ροή, και ο κόπος, σταματημένος σαν σε υδροηλεκτρικό φράγμα, δεν πέρναγε στο κατώφλι της συνείδησης.

Μετά άρχιζε ο γολγοθάς του γυαλοχαρτίσματος. Όχι, όχι δεν είναι Γολγοθάς η σωστή λέξη. Υποδηλώνει πόνο, και πόνο δεν είχε.  Πρέπει να κρατήσουμε μόνο την ανηφόρα από τον Γολγοθά, χωρίς το κουβάλημα του σταυρού για να έχουμε την σωστή εικόνα.  Άρχιζε από τα πιο χοντρά γυαλόχαρτα, έκοβε τις πιο σκληρές αγκίθες, δεν άφηνε σκληρίες και άλλαζε σιγά σιγά το έργο του. Προχωρούσε στα πιο φίνα, και δεν άφηνε ούτε μια γωνία, ούτε μια αγκιθούλα, μέχρι που του έδινε μια βελουδένια, μεταξένια αν θέλετε, υφή που υπνώτιζε το άγγιγμα.

Αυτό με τη σειρά του, μετασχηματιζόταν και γινόταν διαφορετικό από ό,τι ξεκίνησε.  Αυτό τον έτρωγε.  Υπάρχει ένα όριο πάνω από το οποίο ο ποσοτική αλλαγή γίνεται ποιοτική.  Το παιδί που ρωτάει την μητέρα του «έξι είναι πολύ;» το ξέρει πολύ καλά.  Απλώς δεν μπορεί να βρει την απάντηση ακόμη. Σε κάποιες περιπτώσεις, η απάντηση δεν βρίσκεται ποτέ.

Φοβόταν πως τα γυαλόχαρτά του, η ναυαρχίδα των εργαλείων του, ήταν πιο δυνατά και από τον ίδιο.  Φοβόταν πως  ήταν πιο έξυπνα, πιο καπάτσα από αυτόν και πως αντί να υπογράφει αυτός θα έπρεπε αυτά να είχαν την πατρότητα.

Υπερβολές, δεν φοβόταν.  Απλώς του περνούσαν στιγμιαία κάποιες αρνητικές σκέψεις όταν η ψυχή βρισκόταν σ' άμυνα.  Αλλά είχε τις επιτυχίες του, τον καλούσαν και σε εκπομπές να πει την γνώμη του, είχε και το κοινό του, και δεν ήταν κι άσχημα.

Μια μέρα του τέλειωσε το πιο φίνο γυαλόχαρτο.  Βαρέθηκε να πάρει άλλο.  Ήταν αργά, ήταν κουρασμένος, ήταν σχεδόν έτοιμο το έργο.  Το ξανακοίταξε.  Δεν είχε τίποτε σοβαρό.  Μια χαζοαγκίθα εδώ, μια μαλακίτσα εκεί αλλά κατά τα άλλα ήταν εντάξει.  Σιγά μωρέ, πολλοί θα δουν και λίγοι θα καταλάβουν. Το έδωσε έτσι.

Κάτι ένιωσε μέσα του.  Σαν να είχε κάνει σκανταλιά!  Φοβερό. Αντί οι τύψεις να τον βαρένουν κοιμήθηκε πιο ανάλαφρος, πιο ήσυχος. Άβυσσος τελικά η ψυχή του ανθρώπου.

Όταν τέλειωσε το επόμενο, το έκανε επίτηδες.  Δεν πήγε για να ξαναπάρει το γαμωγυαλόχαρτο.  Δεν σταμάτησε να χρησιμοποιεί αυτά που είχε όμως. Συνέχιζε να ισιώνει τις πιο άσχημες γωνίες αλλά να αφήνει τις μικρότερες.  Σιγά μην είναι άσχημες οι γωνίες.  Πρέπει να ματώσεις λίγο για να νιώσεις ζωντανός.  Και αυτός ένιωθε ζωντανός.  Όσο λιγότερο έτριβε, τόσο λιγότερο τον έτρωγε.

Η απόφαση ήρθε με φυσικό τρόπο.  Τέλειωσε και το χοντρό γυαλόχαρτο, και τα σταμάτησε εντελώς.  Κάθε έργο ήταν σαν απίστευτο ακατέργαστο διαμάντι, που μετά από προσπάθειες χρόνων, με τα χέρια ματωμένα από το σκάψιμο, τα ρούχα λασπωμένα, τα πνευμόνια του καμμένα από το σκαμμένο κάρβουνο και τα φτηνά τσιγάρα, τις τσέπες άδειες από τις φτηνές πουτάνες και το αλκοόλ, τα μάτια θολά από την κούραση, την ψυχή φουσκωμένη απ' την ελπίδα αλλά και πεινασμένη απ'την χρόνια νηστεία, βρέθηκε μέσα στο ορυχείο.  Δεν ξέρω τι γυαλίζει περισσότερο, την στιγμή εκείνη που το βρίσκει ο ανθρακωρύχος, το διαμάντι ή το μάτι του.

Βέβαια, έχασε κάποιους απ' το κοινό του· καμμιά γιαγιά δεν πήρε ξανά βιβλίο του για δώρο στα εγγόνια της.  Κάτι κέρδισε όμως· κανένας δεκαοχτάχρονος δεν υπήρχε που δεν είχε διαβάσει κάτι δικό του.  Έστω κι απόσπασμα.

Δεν τον έτρωγε τίποτε.

Blogged with Flock

Thursday, 28 February 2008

Μια στιγμή

Οι λέξεις έβγαιναν από το ηχείο της τηλεόρασης χαιδεύοντας τα αυτιά μου.  Πριν κάποια λεπτά εύρισκαν τον στόχο με ευκολία. Τώρα, σαν λαστιχένιες σφαίρες, ίδιες η μία με την άλλη, βαράνε αλλά δεν σκοτώνουν, δεν μπαίνουν καν μέσα μου.

Έχω κάποιες στιγμές διαύγειας, οι κόρες μου εστιάζουν και οι άθλιες φιγούρες τους επανέρχονται στην συνείδησή μου.  Τότε είναι που συνειδητοποιώ πως έχει περάσει καιρός.  Σε λίγο θα αρχίσω να χάνω τον έλεγχο.

Δεν είναι πως δεν προσπαθώ.  Προσπαθώ.  Στην δουλειά δεν έχω την δυνατότητα να ενδώσω.  Η πίεση, η απαγόρευση, αλλά κυρίως ο συγχρωτισμός με τόσους άλλους και τα βλέμματα που είναι συνεχώς πάνω μου δεν με αφήνουν να παραστρατήσω.

Σαν έρθει όμως το απόγευμα πάντα η ίδια ρουτίνα.  Το μυαλό αδυνατίζει, οι βιγλάτορες λιγότεροι, δεν έχω την δύναμη να κρατήσω.  Αντιστέκομαι αλλά το ξέρω μέσα μου πως θα ενδώσω.

Η ψυχή μου δεν μπορεί να νιώσει το ποτάμι που θα της δώσει την δύναμη να πει το μεγάλο Όχι.  Προσπαθώ να βρω τους λόγους που θα δικαιολογήσουν την αντίσταση.  Πως είναι υποκατάστατο της πραγματικότητας, πως δεν προσφέρει διέξοδο στα πραγματικά προβλήματα, πως εν τέλει κάθε φορά που λέω Ναι κάνω το επόμενο Ναι ευκολότερο, γρηγορότερο, πιο επονείδιστο.

Όμως, δεν μπορώ να είμαι μόνος.  Πρέπει να ενωθώ με την ενέργεια του Κόσμου.  Την Συμπαντική Ενέργεια που μας ενώνει σε κάτι περισσότερο από τον εαυτό μας. Πρέπει να νιώσω και εγώ όμορφα, το αξίζω.  Έστω και για λίγο. Πρέπει να κάνω κάτι και για μένα.

Σκατά.  Τα ίδια λόγια μέσα στο μυαλό μου, οι ίδιες εκλογικεύσεις που εξηγούν γιατί το στομάχι μου άρχισε να τρέμει, γιατί η παλάμη μου ίδρωσε, γιατί άρχισα - πάλι άρχισα χωρίς να το καταλάβω - να πηγαίνω πάνω κάτω στο δωμάτιο και να περνάω από μπροστά του.

Βαρέθηκα, βαρέθηκα να παριστάνω τον ήρωα όταν δεν γεννήθηκα ήρωας, δεν έχω την στόφα του, ένας απλός ανθρωπάκος είμαι, που ζητάω λίγη θαλπωρή και που την βρήκα επιτέλους σε κάτι που μου δίνει δύναμη, μου φοράει λεοντή και ως νέο Ηρακλή με ταξιδεύει σε μέρη που είμαι Κάποιος, όχι ο Μοναδικός αλλά τουλάχιστον Σημαντικός, Κάποιος που έχει άποψη και δεν φοβάται να την πει, όχι ο μικρός σφαλιαροδέκτης της καθημερινότητάς μου.

Πάλι μπροστά του βρέθηκα.  Έλα μωρέ λίγο θα είναι, μια στιγμούλα θα κάνω και τέρμα.

Αχ! το κούνησα και ένα ζεστό λευκό φως με έλουσε· δεν έκανα λάθος, μια στιγμούλα και τελειώνω.  Είναι ήδη έτοιμο μπορώ να γράψω:

"http://www."...

Blogged with Flock

Monday, 25 February 2008

Το φούσκωμα

Δεν το είχε παρατηρήσει όταν ήταν μικρότερος.  Ίσως δεν είχε γράψει και πολύ μεγάλα έργα μέχρι τότε, ίσως η νιότη τού έδινε άλλες αντοχές· το θέμα είναι πως δεν θυμόταν να του συνέβαινε παλιά.

Ούτε είχε ευαίσθητο στομάχι.  Οι φίλοι του, συνομήλικοι οι περισσότεροι, είχαν όλο προβλήματα, μα έλκοι, μα φουσκώματα, μα καούρες.  Αυτός τίποτε, έτρωγε ό,τι ήθελε, έκανε τις καταχρήσεις του αλλά δεν τον πείραζε τίποτε.

Άσε που έκανε και δυο τρεις μήνες να το καταλάβει.  Πως να το συνδέσεις δηλαδή.  Πάντως δεν χωράει αμφιβολία, κάθε φορά που έγραφε, όσο μεγαλύτερο ήταν το έργο του, τόσο πρηζόταν.  Γύρω στις εκατόν πενήντα σελίδες ήταν το ανεκτό όριο.  Μετά από αυτό, το στομάχι του ήταν τούμπανο, δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά από την δυσφορία, και γενικά δεν άντεχε για πολύ καιρό.

Από μικρός ήθελε να γράψει.  Δεν ήθελε να κάνει κάτι άλλο, και δεν ένιωθε άσχημα στην παρέα των λέξεων.  Οι πρώτες του δοκιμές ήρθαν κάπου στα είκοσι δύο του και ήταν καλούτσικες.  Δεν ακολούθησε το ταλέντο του όμως.  Η δουλειά ήταν βαρετή αλλά έβγαζε όσα χρειαζόταν.  Έγραφε κατά καιρούς μικρά κειμενάκια για τον εαυτό του, αλλά το όνειρό του ήταν ένα μυθιστόρημα. Τότε θα ολοκληρωνόταν.

Έκανε προσπάθειες αλλά δεν ήταν ευχαριστημένος.  Κάποια στιγμή όμως ήρθε η ιδέα.  Η ιδέα όμως είναι μια φλόγα που θέλει μια προστατευτική παλάμη μέχρι να γίνει φωτιά. Την είχε.  Ξεκίνησε να το γράφει νιώθοντας σίγουρος. Η ιδέα έγινε το περίγραμα της πλοκής, το περίγραμμα σκελετός και ο σκελετός άρχιζε να αποκτά μύες και ιστούς.  Μόλις όμως μεγάλωσε λίγο το μυθιστόρημα, άρχισαν τα συμπτώματα.

Δεν μπορούσε να πιστέψει το τι συνέβαινε. Όσο έγραφε, τόσο οι ενοχλήσεις μεγάλωναν. Στο τέλος έμοιαζε με τις εικόνες των παιδιών της Αιθιοπίας με την πρησμένη κοιλιά.  Οι γιατροί δεν είχαν πειστική εξήγηση για το τι προκαλούσε τα προβλήματά του, και το έριχναν στο άγχος και την αλλεργία.  Απίστευτες απόχες τελικά και τα δύο.  Αν ο γιατρός δεν ξέρει τι συμβαίνει σου λέει να κόψεις το άγχος.  Λες και το άγχος είναι γκόμενα και κόβεται.

Το κατάλαβε όταν η καθαρίστρια του χάλασε το μυθιστόρημα ρίχνοντας τις μισές σελίδες σε κουβά με νερό. Τα συμπτώματα υποχώρησαν.  Για να είμαστε ακριβείς, δεν το κατάλαβε τότε.  Ήταν τόσο χαρούμενος που έφυγαν τα συμπτώματα, που δεν ήταν σίγουρος γιατί.  Ήταν τόσο χαρούμενος που σχεδόν δεν λυπήθηκε για το χαμένο μυθιστόρημα και ρίχτηκε με τα μούτρα στο γράψιμο.  Τότε το κατάλαβε.  Όσο έγραφε πονούσε.  Έκανε και ένα δυο πειράματα μέχρι να σιγουρευτεί. Σιγουρεύτηκε.

Δεν ήταν εύκολο για αυτόν.  Ένιωθε το όνειρό του να του γλυστράει από τα δάχτυλα όπως η άμμος. Ένιωθε απόγνωση για την χαμένη ευκαιρία.  Δεν ήξερε πως να το αντιμετωπίσει.  Στην αρχή το έθαψε.  Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε.

Μετά από κάποια χρόνια, είχε αναπτυχθεί το Ιντερνετ.  Ιατρικές πλροφορίες ήταν τώρα πολύ πιο προσιτές.  Αν πριν από χρόνια οι γιατροί δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν ίσως να υπήρχε βιβλιογραφία τώρα.  Έψαξε για να βρει αντίστοιχες περιπτώσεις αλλά δεν είχε τύχη.  Με το ψάξιμο, κόλλησε.  Έμαθε για τα μπλογκ και άρχισε να διαβάζει με μανία. Το ένα οδήγησε στο άλλο και ξεκίνησε δικό του.

Έγραφε συνέχεια αλλά κάθε ποστάκι ήταν μικρό.  Δεν τον πείραζε.  Δεν ήταν όμως το ίδιο.  Τα ποστάκια του ήταν πικρά.  Δεν είχαν το ύφος που έχει ο χαμένος αλλά ο άνθρωπος που δεν ξεκίνησε καν να τρέχει, που δεν είχε την ευκαιρία να δοκιμαστεί.  Γεροντοκόρος.  Κάθε ύφος όμως έχει το κοινό του.  Έκανε ηλεκτρονικούς φίλους - τι έκφραση και αυτή -, έγινε σιγά σιγά γνωστός, και είχε και μόνιμους.  Άρχισαν να τον καλούνε σε κουβέντες για τα μπλογκ, και μετά από ένα δυο χρόνια τον πλησίασε ένας εκδότης.  Του πρότεινε να κάνουν ένα βιβλίο με κάποια από τα ποστ του.

Τα κείμενα υπήρχαν ηλεκτρονικά. Τα μάζεψε κατευθείαν ο επιμελητής, έκαναν την επιλογή, του έστειλαν το εικαστικό και τελικά έγινε και η εκτύπωση.  Όταν του έστειλαν το πρώτο αντίτυπο φοβήθηκε πολύ.  Ήταν 573 σελίδες, μια αρκετά θανάσιμη δόση.  Το πήρε λουσμένος στον κρύο ιδρώτα, το ξεφύλισε, έφαγε, ήπιε και ένα ουισκάκι.  Το βράδυ κοιμήθηκε σαν πουλάκι.  Το πρωΐ πέρασε ήσυχα. 

Το επόμενο βράδυ ήταν σίγουρος: δεν τον πείραζε το βιβλίο του.

Έκλαψε μέχρι το πρωΐ, έκλεισε τα μάτια του και ξεψύχησε με το βιβλίο σφιγμένο στα χέρια.

Blogged with Flock

Thursday, 21 February 2008

Μην μου γυρνάς την πλάτη

Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσους μύες έχει το ανθρώπινο σώμα.  Μόνο το πρόσωπο έχει 53.

Χα! 12 χρειάζονται για το γέλιο και 11 για το μειδίασμα.  Τι κάνουμε με τους άλλους;

Τέλος πάντων.  Αυτά είναι απλώς άχρηστες γνώσεις που έχεις όταν βρίσκεσαι στην κατάστασή μου. 

Φυσικά, οι άχρηστες γνώσεις είναι αυτές που σε χαρακτηρίζουν. Τις χρήσιμες, τις ξέρεις λόγω της χρησιμότητάς τους. Τις άχρηστες τις διαλέγεις. Οι άχρηστες είσαι εσύ.

Δεν ξέρω πότε χάθηκε η επαφή.  Ίσως να μην αποκτήθηκε ποτέ.  Η αλήθεια είναι πως η σεξουαλική έλξη ήταν στην αρχή τόσο μεγάλη, που έκρυβε κάθε τι άλλο. Δεν μπορώ να πω πως θυμάμαι καλά, τι ένιωθα τότε.  Πάει τόσος καιρός, και το παρελθόν είναι σαν ξεθωριασμένη φωτογραφία της προγιαγιάς και του προπάππου. Φαίνεται τόσο θολή, και το μόνο που διακρίνεις, είναι η ιερότητα της στιγμής χωρίς όμως το γενικότερο πλαίσιο· ετοιμαζόντουσαν για ώρες και το κανόνιζαν για μέρες να πάνε στον φωτογράφο. Γιατί όμως; Ίσως χωρίς λόγο.  Αν πας σε μέρη μακρινά, ακόμη και στις μέρες μας, θα δεις την ίδια ετοιμασία, την ίδια προσμονή στο βλέμμα των ανθρώπων καθώς κοιτιώνται στον καθρέπτη του φωτογράφου, για να ετοιμαστούν, πριν τους καλέσει. Αυτό είναι αρκετό.

Πως παρασύρομαι όμως.  Συμβαίνει όταν δεν έχεις αίσθηση του χρόνου.

Μετά την πρώτη περίοδο, τότε που ο δυνατότερος ήχος ήταν από τις αρτηρίες στον κρόταφο, ήρθε η περίοδος της αγάπης.  Μάλλον ήταν περίοδος βαρεμάρας, που καταφέραμε να πείσουμε τους εαυτούς μας πως ήταν αγάπη.  Η μείωση του ίμερου αφήνει πάντα μια μελαγχολία, που οι παρατηρητικοί την καταλαβαίνουν ως το σήμα εξόδου και οι άλλοι, ως το σημάδι "πως η σχέση πρέπει να προχωρήσει στο επόμενο επίπεδο".

Προχώρησε, αλλά μετά δεν είχε που αλλού να πάει.  Το παιδί ποτέ δεν ήρθε. Δεν έχει σημασία ποιός φταίει· μόνο όσοι δεν έχουν ίχνος αισθημάτων ενδιαφέρονται για αυτά - τα γεγονότα.  Σημασία έχει πως μας έδωσε την ευκαιρία να ρίξουμε φταίξιμο. Και το ρίξαμε: ο ένας στον άλλον, και οι δυο στη μοίρα μας.

Αυτή έφταιγε λέγαμε και οι δυο· στην πραγματικότητα όμως, έφταιγαν οι πόρτες.  Κάθε πόρτα που ανοίγεις κλείνει δέκα παράπλευρες.  Δέκα που δεν θα ανοίξεις ποτέ, αλλά που πρόλαβες να δεις κλεφτά.  Δέκα πόρτες, με διάφορα χρώματα εξωτικά, που υπόσχονται ήλιους και κοχύλια, που δεν χρειάζεται να παραδώσουν παρά μόνο να υποσχεθούν, γιατί δεν θα τις ανοίξεις ποτέ.  Αν πίσω από την πόρτα σου βρεις θησαυρούς, αληθινούς ή φανταστικούς, τότε τις ξεχνάς μονομιάς και τις θυμάσαι σε στιγμές αυτοεπιβεβαίωσης.  Αν όμως βρεις κάρβουνα και ανηφόρες, τότε αυτές οι πόρτες γίνονται οι πόρτες των λάθος επιλογών σου, οι πόρτες της φυλακής σου, οι πόρτες των βραδινών λυγμών σου.

Το παιδί που δεν ήρθε, ήταν η ταφόπλακα της σχέσης μας.  Περίεργο πως κάτι που δεν υπάρχει μπορεί να έχει τόσες συνέπειες.  Η σημειολογία της στάσης του ύπνου μας, απεικόνιζε τα στάδια του θανάτου.  Ξεκινήσαμε ο ένας πάνω στον άλλο, συνεχίσαμε αγκαλιασμένοι, μετά δίπλα δίπλα και στο τέλος γυρίζαμε την πλάτη ο ένας στον άλλο.

Έτσι και εκείνο το βράδυ, η πλάτη μου ήταν γυρισμένη. Η λάμα έσκισε το δέρμα δίπλα από την ωμοπλάτη, πέρασε τα τρία χιλιοστά υποδόριου λίπους και σκίζοντας τον τραπεζοειδή και τον υπακάνθιο μυ, πέρασε μεταξύ 3ης και 4ης πλευράς.  Καθώς έσκιζε τον πνεύμονά μου, ίσως η ζημιά να μην ήταν αρκετή για να με σκοτώσει αν δεν διεμβόλιζε τον αριστερά κοιλία του μυοκάρδιου και δεν έσκιζε και την περισπωμένη αρτηρία.

Πέθανα σχεδόν ακαριαία.  Δεν χάνεις πολλά με τον θάνατο.  Τουλάχιστον, όχι τόσα όσα νόμιζα.  Αυτό που έχασα είναι η διάρκεια: μέλλον και παρελθόν.

Το μέλλον το έχασα αμέσως.  Δεν έχω κανένα, όπως είναι αυτονόητο.  Κάθε επιθυμία, κάθε όνειρο σβήστηκε διαμιάς. Το παρελθόν έφυγε πιο σιγά.  Αρχίζω και ξεχνάω το τι ένιωθα, τι πέρασα, τι συνέβει. Με μεγάλη δυσκολία μάζεψα τις μνήμες μου για να σας τις διηγηθώ. Σε λίγο θα μου είναι αδύνατον.

Μόνο το παρόν μου έμεινε.  Θυμάμαι τα τελευταία μου δευτερόλεπτα πριν πεθάνω.  Όμως με μια διαύγεια, που δεν είχα ποτέ στην ζωή.  Τα βλέπω σε κάθε λεπτομέρεια, νιώθω τα κύτταρα μου να σκίζονται από το λεπίδι, το αίμα μου να κυκλοφορεί και να χύνεται μέσα στο ίδιο μου το σώμα, τον πόνο που δεν ένιωσα στην αρχή και που στην συνέχεια με κυρίεψε, τις μαχαιριές, μία μία.

Μόνο που δεν μπορώ να δω το πρόσωπό της.  Τις συσπάσεις των 53 μυών της όταν μου έμπηγε το μαχαίρι, την ανακούφιση ή τον τρόμο ζωγραφισμένο στα μάτια της, το δάκρυ που έχυσε, αν το έχυσε.

Είναι που είχα γυρισμένη την πλάτη.

Blogged with Flock

Friday, 15 February 2008

Το σπρώξιμο

Ήταν εργάτρια.  Έπιανε πηλό και έφτιαχνε καρέκλες, τραπέζια και ράφια.  Χαιρόταν να τα βλέπει να είναι σταθερά, να αντέχουν, να στηρίζουν.  Ήταν ποιητής.  Έπιανε πηλό και έφτιαχνε πουλιά, ήλιους, βιβλία.  Χαιρόταν να τα βλέπει να πετάνε, να γελάνε, να ταξιδεύουν.

Αυτή, δούλευε στις σχέσεις της.  Τις έπαιρνε από μικρό πουλάκι και τις τάιζε νερό και σκουληκάκια μέχρι να μεγαλώσουν και να δυναμώσουν.  Χαιρόταν να τις βλέπει να μεγαλώνουν και να περπατάνε μόνες τους. Αυτός, δεν άντεχε τις σχέσεις που θέλανε δουλειά.  Τις ήθελε σαν έτοιμο αετό, να κάθεσαι ανάμεσα στα φτερά του και να υπάρχει χώρος και για άλλον.  Να πετάς πάνω από τα σύννεφα και να σου έρχονται δάκρυα στα μάτια από τον αέρα.

Τους κοίταζα από ψηλά και ήθελα να φωνάξω πως θέλει προσοχή.  Τα ράφια κάνουν παρέα με βιβλία.  Τα βιβλία όμως, με άλλα βιβλία.

Ενώθηκαν ξαφνικά.  Είχαν και οι δυο λίγη μυωπία που δεν βοηθούσε να διακρίνεις καθαρά.  Νόμιζαν πως βρήκαν το ταίρι τους.  Ενώθηκαν σαν τους πρωτοανθρώπους του Αριστοφάνηּ· μια ρόδα που κυλάει με τέσσερα πόδια και χέρια.

Κυλούσαν με ορμή και πήγαιναν παντού.  Ζαλίζει όμως αυτό.  Τελικά, όταν μας έκοψαν στα δυο, κοπήκαμε πραγματικά.  Δεν είναι στην φύση μας να είμαστε ενωμένοι, όσο και να νομίζουμε το αντίθετο. Όσο και αν το ψάχνουμε μια ζωή.

Η εργάτρια δεν άντεχε που δεν σταματούσαν και λίγο να ξαποστάσουν.  Ο ποιητής δεν άντεχε που μόνο κυλούσαν και δεν πετούσαν καθόλου.

Αγκαλιάστηκαν και έκλαψαν για μέρες.  Μετά σιωπή.  Τέλος ένα δυνατό σπρώξιμο - γιατί ο νους πάει πάντα στη γέννα; - και έσπασαν στα δύο.

Μ' ένα αναστεναγμό, αυτή κάθισε στην πρώτη καρέκλα που είδε. Με μια λάμψη στα μάτια, αυτός πιάστηκε απ'τα πόδια του πρώτου αετού που πέρασε.

Blogged with Flock