Wednesday, 5 March 2008

Γυαλόχαρτα

Δεν έπρεπε να τον τρώει τίποτε.

Είχε μαζέψει όλα τα εργαλεία για την δουλειά του.  Φυσικά ήταν καλλιτέχνης, και το μεγαλύτερο εργαλείο κάθε καλλιτέχνη είναι ο πόνος.  Αυτός είναι η λίμνη στην οποία τα ψαράκια μεγαλώνουν.  Απο εκεί ο καλλιτέχνης αρπάζει μια πέρκα εδώ, έναν κυπρίνο εκεί, μια τσιπούρα παραπέρα, και τα σερβίρει μαριναρισμένα, καλοψημένα ή ωμά ανάλογα με τα γούστα του.

Παρόλα αυτά είχε τα εργαλεία του κι ας μην είχε πολύ πόνο.  Τα καλύτερα όμως, ήταν η συλλογή του από γυαλόχαρτα.  Είχε την πλήρη γκάμα 60άρια, 100άρια, 220άρια, 1200ρια, ό,τι βάζει ο νους.

Αρχικά, έφτιαχνε το έργο του το οποίο ήταν χοντροκομμένο, ανέτοιμο για εξωτερική προβολή.  Αυτή η φάση ήταν η πιο δημιουργική γιατί ανέβλυζε από μέσα του ο οίστρος της δημιουργίας, το έργο σχεδόν φτιαχνόταν μονάχο του, ο χρόνος δεν είχε την κανονική του ροή, και ο κόπος, σταματημένος σαν σε υδροηλεκτρικό φράγμα, δεν πέρναγε στο κατώφλι της συνείδησης.

Μετά άρχιζε ο γολγοθάς του γυαλοχαρτίσματος. Όχι, όχι δεν είναι Γολγοθάς η σωστή λέξη. Υποδηλώνει πόνο, και πόνο δεν είχε.  Πρέπει να κρατήσουμε μόνο την ανηφόρα από τον Γολγοθά, χωρίς το κουβάλημα του σταυρού για να έχουμε την σωστή εικόνα.  Άρχιζε από τα πιο χοντρά γυαλόχαρτα, έκοβε τις πιο σκληρές αγκίθες, δεν άφηνε σκληρίες και άλλαζε σιγά σιγά το έργο του. Προχωρούσε στα πιο φίνα, και δεν άφηνε ούτε μια γωνία, ούτε μια αγκιθούλα, μέχρι που του έδινε μια βελουδένια, μεταξένια αν θέλετε, υφή που υπνώτιζε το άγγιγμα.

Αυτό με τη σειρά του, μετασχηματιζόταν και γινόταν διαφορετικό από ό,τι ξεκίνησε.  Αυτό τον έτρωγε.  Υπάρχει ένα όριο πάνω από το οποίο ο ποσοτική αλλαγή γίνεται ποιοτική.  Το παιδί που ρωτάει την μητέρα του «έξι είναι πολύ;» το ξέρει πολύ καλά.  Απλώς δεν μπορεί να βρει την απάντηση ακόμη. Σε κάποιες περιπτώσεις, η απάντηση δεν βρίσκεται ποτέ.

Φοβόταν πως τα γυαλόχαρτά του, η ναυαρχίδα των εργαλείων του, ήταν πιο δυνατά και από τον ίδιο.  Φοβόταν πως  ήταν πιο έξυπνα, πιο καπάτσα από αυτόν και πως αντί να υπογράφει αυτός θα έπρεπε αυτά να είχαν την πατρότητα.

Υπερβολές, δεν φοβόταν.  Απλώς του περνούσαν στιγμιαία κάποιες αρνητικές σκέψεις όταν η ψυχή βρισκόταν σ' άμυνα.  Αλλά είχε τις επιτυχίες του, τον καλούσαν και σε εκπομπές να πει την γνώμη του, είχε και το κοινό του, και δεν ήταν κι άσχημα.

Μια μέρα του τέλειωσε το πιο φίνο γυαλόχαρτο.  Βαρέθηκε να πάρει άλλο.  Ήταν αργά, ήταν κουρασμένος, ήταν σχεδόν έτοιμο το έργο.  Το ξανακοίταξε.  Δεν είχε τίποτε σοβαρό.  Μια χαζοαγκίθα εδώ, μια μαλακίτσα εκεί αλλά κατά τα άλλα ήταν εντάξει.  Σιγά μωρέ, πολλοί θα δουν και λίγοι θα καταλάβουν. Το έδωσε έτσι.

Κάτι ένιωσε μέσα του.  Σαν να είχε κάνει σκανταλιά!  Φοβερό. Αντί οι τύψεις να τον βαρένουν κοιμήθηκε πιο ανάλαφρος, πιο ήσυχος. Άβυσσος τελικά η ψυχή του ανθρώπου.

Όταν τέλειωσε το επόμενο, το έκανε επίτηδες.  Δεν πήγε για να ξαναπάρει το γαμωγυαλόχαρτο.  Δεν σταμάτησε να χρησιμοποιεί αυτά που είχε όμως. Συνέχιζε να ισιώνει τις πιο άσχημες γωνίες αλλά να αφήνει τις μικρότερες.  Σιγά μην είναι άσχημες οι γωνίες.  Πρέπει να ματώσεις λίγο για να νιώσεις ζωντανός.  Και αυτός ένιωθε ζωντανός.  Όσο λιγότερο έτριβε, τόσο λιγότερο τον έτρωγε.

Η απόφαση ήρθε με φυσικό τρόπο.  Τέλειωσε και το χοντρό γυαλόχαρτο, και τα σταμάτησε εντελώς.  Κάθε έργο ήταν σαν απίστευτο ακατέργαστο διαμάντι, που μετά από προσπάθειες χρόνων, με τα χέρια ματωμένα από το σκάψιμο, τα ρούχα λασπωμένα, τα πνευμόνια του καμμένα από το σκαμμένο κάρβουνο και τα φτηνά τσιγάρα, τις τσέπες άδειες από τις φτηνές πουτάνες και το αλκοόλ, τα μάτια θολά από την κούραση, την ψυχή φουσκωμένη απ' την ελπίδα αλλά και πεινασμένη απ'την χρόνια νηστεία, βρέθηκε μέσα στο ορυχείο.  Δεν ξέρω τι γυαλίζει περισσότερο, την στιγμή εκείνη που το βρίσκει ο ανθρακωρύχος, το διαμάντι ή το μάτι του.

Βέβαια, έχασε κάποιους απ' το κοινό του· καμμιά γιαγιά δεν πήρε ξανά βιβλίο του για δώρο στα εγγόνια της.  Κάτι κέρδισε όμως· κανένας δεκαοχτάχρονος δεν υπήρχε που δεν είχε διαβάσει κάτι δικό του.  Έστω κι απόσπασμα.

Δεν τον έτρωγε τίποτε.

Blogged with Flock

5 comments:

squarelogic said...

Πολυ ωραίο Βασκες!
Προφανως,αφού το εξαντλητικο "γυάλισμα" έκανε το έργο αγνωριστο απ την αρχικη του μορφή,η εγκατάλειψη του στις μορφες "ακατέργαστου διαμαντιού" αποκάλυπτε πολυ περισσότερη αλήθεια,γι'αυτό και συγκινούσε τους 18χρονους.

Τώρα,αν λάβω υποψιν το tag που λεει "Ιστορία" μπαινω στον πειρασμό να ρωτήσω ματαίως,σε ποιον αναφέρεσαι...
Παντα τετοια,ειμαι φαν!

kostast said...

το σε ποιον αναφερεται δεν θα μας το πει ο καλλιτεχνης βρε squarelogic, θα ειναι σαν να παρει το κειμενο και να το περασει ψιλο γυαλοχαρτο, ισως βεβαια θα του αρεσε του καλλιτεχνη η ειρωνεια αυτης της υποθεσης...

Βάσκες said...

Δεν αναφέρομαι σε κανέναν ιδιαίτερα. Το tag Ιστορία είναι για όλα τα μυθοπλαστικά μου.

Πείτε μου όμως, φαίνεται ό,τι μιλούσα για συγγραφέα; Προσπάθησα να το αποκρύψω.

Nomad said...

Στρογγυλεύοντας γωνίες δε φτιάχνεις κύκλο, χαλάς το τετράγωνο.

:)

(Ναι, φάνηκε στο τέλος, και καλά έκανε)

Βάσκες said...

Ε στο τέλος έπρεπε. Δεν ήθελα να φανεί πρόωρα.

;)