Monday, 25 February 2008

Το φούσκωμα

Δεν το είχε παρατηρήσει όταν ήταν μικρότερος.  Ίσως δεν είχε γράψει και πολύ μεγάλα έργα μέχρι τότε, ίσως η νιότη τού έδινε άλλες αντοχές· το θέμα είναι πως δεν θυμόταν να του συνέβαινε παλιά.

Ούτε είχε ευαίσθητο στομάχι.  Οι φίλοι του, συνομήλικοι οι περισσότεροι, είχαν όλο προβλήματα, μα έλκοι, μα φουσκώματα, μα καούρες.  Αυτός τίποτε, έτρωγε ό,τι ήθελε, έκανε τις καταχρήσεις του αλλά δεν τον πείραζε τίποτε.

Άσε που έκανε και δυο τρεις μήνες να το καταλάβει.  Πως να το συνδέσεις δηλαδή.  Πάντως δεν χωράει αμφιβολία, κάθε φορά που έγραφε, όσο μεγαλύτερο ήταν το έργο του, τόσο πρηζόταν.  Γύρω στις εκατόν πενήντα σελίδες ήταν το ανεκτό όριο.  Μετά από αυτό, το στομάχι του ήταν τούμπανο, δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά από την δυσφορία, και γενικά δεν άντεχε για πολύ καιρό.

Από μικρός ήθελε να γράψει.  Δεν ήθελε να κάνει κάτι άλλο, και δεν ένιωθε άσχημα στην παρέα των λέξεων.  Οι πρώτες του δοκιμές ήρθαν κάπου στα είκοσι δύο του και ήταν καλούτσικες.  Δεν ακολούθησε το ταλέντο του όμως.  Η δουλειά ήταν βαρετή αλλά έβγαζε όσα χρειαζόταν.  Έγραφε κατά καιρούς μικρά κειμενάκια για τον εαυτό του, αλλά το όνειρό του ήταν ένα μυθιστόρημα. Τότε θα ολοκληρωνόταν.

Έκανε προσπάθειες αλλά δεν ήταν ευχαριστημένος.  Κάποια στιγμή όμως ήρθε η ιδέα.  Η ιδέα όμως είναι μια φλόγα που θέλει μια προστατευτική παλάμη μέχρι να γίνει φωτιά. Την είχε.  Ξεκίνησε να το γράφει νιώθοντας σίγουρος. Η ιδέα έγινε το περίγραμα της πλοκής, το περίγραμμα σκελετός και ο σκελετός άρχιζε να αποκτά μύες και ιστούς.  Μόλις όμως μεγάλωσε λίγο το μυθιστόρημα, άρχισαν τα συμπτώματα.

Δεν μπορούσε να πιστέψει το τι συνέβαινε. Όσο έγραφε, τόσο οι ενοχλήσεις μεγάλωναν. Στο τέλος έμοιαζε με τις εικόνες των παιδιών της Αιθιοπίας με την πρησμένη κοιλιά.  Οι γιατροί δεν είχαν πειστική εξήγηση για το τι προκαλούσε τα προβλήματά του, και το έριχναν στο άγχος και την αλλεργία.  Απίστευτες απόχες τελικά και τα δύο.  Αν ο γιατρός δεν ξέρει τι συμβαίνει σου λέει να κόψεις το άγχος.  Λες και το άγχος είναι γκόμενα και κόβεται.

Το κατάλαβε όταν η καθαρίστρια του χάλασε το μυθιστόρημα ρίχνοντας τις μισές σελίδες σε κουβά με νερό. Τα συμπτώματα υποχώρησαν.  Για να είμαστε ακριβείς, δεν το κατάλαβε τότε.  Ήταν τόσο χαρούμενος που έφυγαν τα συμπτώματα, που δεν ήταν σίγουρος γιατί.  Ήταν τόσο χαρούμενος που σχεδόν δεν λυπήθηκε για το χαμένο μυθιστόρημα και ρίχτηκε με τα μούτρα στο γράψιμο.  Τότε το κατάλαβε.  Όσο έγραφε πονούσε.  Έκανε και ένα δυο πειράματα μέχρι να σιγουρευτεί. Σιγουρεύτηκε.

Δεν ήταν εύκολο για αυτόν.  Ένιωθε το όνειρό του να του γλυστράει από τα δάχτυλα όπως η άμμος. Ένιωθε απόγνωση για την χαμένη ευκαιρία.  Δεν ήξερε πως να το αντιμετωπίσει.  Στην αρχή το έθαψε.  Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε.

Μετά από κάποια χρόνια, είχε αναπτυχθεί το Ιντερνετ.  Ιατρικές πλροφορίες ήταν τώρα πολύ πιο προσιτές.  Αν πριν από χρόνια οι γιατροί δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν ίσως να υπήρχε βιβλιογραφία τώρα.  Έψαξε για να βρει αντίστοιχες περιπτώσεις αλλά δεν είχε τύχη.  Με το ψάξιμο, κόλλησε.  Έμαθε για τα μπλογκ και άρχισε να διαβάζει με μανία. Το ένα οδήγησε στο άλλο και ξεκίνησε δικό του.

Έγραφε συνέχεια αλλά κάθε ποστάκι ήταν μικρό.  Δεν τον πείραζε.  Δεν ήταν όμως το ίδιο.  Τα ποστάκια του ήταν πικρά.  Δεν είχαν το ύφος που έχει ο χαμένος αλλά ο άνθρωπος που δεν ξεκίνησε καν να τρέχει, που δεν είχε την ευκαιρία να δοκιμαστεί.  Γεροντοκόρος.  Κάθε ύφος όμως έχει το κοινό του.  Έκανε ηλεκτρονικούς φίλους - τι έκφραση και αυτή -, έγινε σιγά σιγά γνωστός, και είχε και μόνιμους.  Άρχισαν να τον καλούνε σε κουβέντες για τα μπλογκ, και μετά από ένα δυο χρόνια τον πλησίασε ένας εκδότης.  Του πρότεινε να κάνουν ένα βιβλίο με κάποια από τα ποστ του.

Τα κείμενα υπήρχαν ηλεκτρονικά. Τα μάζεψε κατευθείαν ο επιμελητής, έκαναν την επιλογή, του έστειλαν το εικαστικό και τελικά έγινε και η εκτύπωση.  Όταν του έστειλαν το πρώτο αντίτυπο φοβήθηκε πολύ.  Ήταν 573 σελίδες, μια αρκετά θανάσιμη δόση.  Το πήρε λουσμένος στον κρύο ιδρώτα, το ξεφύλισε, έφαγε, ήπιε και ένα ουισκάκι.  Το βράδυ κοιμήθηκε σαν πουλάκι.  Το πρωΐ πέρασε ήσυχα. 

Το επόμενο βράδυ ήταν σίγουρος: δεν τον πείραζε το βιβλίο του.

Έκλαψε μέχρι το πρωΐ, έκλεισε τα μάτια του και ξεψύχησε με το βιβλίο σφιγμένο στα χέρια.

Blogged with Flock

2 comments:

Roxanred said...

:)

Καιρο ειχα να διαβαζω κατι που θα μου φερνε χαμογελο.
Ευχαριστω.

(τι σαχλη που ειμαι...αλλα ετσι ενιωσα)

Βάσκες said...

Να είσαι καλά.