Thursday, 21 February 2008

Μην μου γυρνάς την πλάτη

Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσους μύες έχει το ανθρώπινο σώμα.  Μόνο το πρόσωπο έχει 53.

Χα! 12 χρειάζονται για το γέλιο και 11 για το μειδίασμα.  Τι κάνουμε με τους άλλους;

Τέλος πάντων.  Αυτά είναι απλώς άχρηστες γνώσεις που έχεις όταν βρίσκεσαι στην κατάστασή μου. 

Φυσικά, οι άχρηστες γνώσεις είναι αυτές που σε χαρακτηρίζουν. Τις χρήσιμες, τις ξέρεις λόγω της χρησιμότητάς τους. Τις άχρηστες τις διαλέγεις. Οι άχρηστες είσαι εσύ.

Δεν ξέρω πότε χάθηκε η επαφή.  Ίσως να μην αποκτήθηκε ποτέ.  Η αλήθεια είναι πως η σεξουαλική έλξη ήταν στην αρχή τόσο μεγάλη, που έκρυβε κάθε τι άλλο. Δεν μπορώ να πω πως θυμάμαι καλά, τι ένιωθα τότε.  Πάει τόσος καιρός, και το παρελθόν είναι σαν ξεθωριασμένη φωτογραφία της προγιαγιάς και του προπάππου. Φαίνεται τόσο θολή, και το μόνο που διακρίνεις, είναι η ιερότητα της στιγμής χωρίς όμως το γενικότερο πλαίσιο· ετοιμαζόντουσαν για ώρες και το κανόνιζαν για μέρες να πάνε στον φωτογράφο. Γιατί όμως; Ίσως χωρίς λόγο.  Αν πας σε μέρη μακρινά, ακόμη και στις μέρες μας, θα δεις την ίδια ετοιμασία, την ίδια προσμονή στο βλέμμα των ανθρώπων καθώς κοιτιώνται στον καθρέπτη του φωτογράφου, για να ετοιμαστούν, πριν τους καλέσει. Αυτό είναι αρκετό.

Πως παρασύρομαι όμως.  Συμβαίνει όταν δεν έχεις αίσθηση του χρόνου.

Μετά την πρώτη περίοδο, τότε που ο δυνατότερος ήχος ήταν από τις αρτηρίες στον κρόταφο, ήρθε η περίοδος της αγάπης.  Μάλλον ήταν περίοδος βαρεμάρας, που καταφέραμε να πείσουμε τους εαυτούς μας πως ήταν αγάπη.  Η μείωση του ίμερου αφήνει πάντα μια μελαγχολία, που οι παρατηρητικοί την καταλαβαίνουν ως το σήμα εξόδου και οι άλλοι, ως το σημάδι "πως η σχέση πρέπει να προχωρήσει στο επόμενο επίπεδο".

Προχώρησε, αλλά μετά δεν είχε που αλλού να πάει.  Το παιδί ποτέ δεν ήρθε. Δεν έχει σημασία ποιός φταίει· μόνο όσοι δεν έχουν ίχνος αισθημάτων ενδιαφέρονται για αυτά - τα γεγονότα.  Σημασία έχει πως μας έδωσε την ευκαιρία να ρίξουμε φταίξιμο. Και το ρίξαμε: ο ένας στον άλλον, και οι δυο στη μοίρα μας.

Αυτή έφταιγε λέγαμε και οι δυο· στην πραγματικότητα όμως, έφταιγαν οι πόρτες.  Κάθε πόρτα που ανοίγεις κλείνει δέκα παράπλευρες.  Δέκα που δεν θα ανοίξεις ποτέ, αλλά που πρόλαβες να δεις κλεφτά.  Δέκα πόρτες, με διάφορα χρώματα εξωτικά, που υπόσχονται ήλιους και κοχύλια, που δεν χρειάζεται να παραδώσουν παρά μόνο να υποσχεθούν, γιατί δεν θα τις ανοίξεις ποτέ.  Αν πίσω από την πόρτα σου βρεις θησαυρούς, αληθινούς ή φανταστικούς, τότε τις ξεχνάς μονομιάς και τις θυμάσαι σε στιγμές αυτοεπιβεβαίωσης.  Αν όμως βρεις κάρβουνα και ανηφόρες, τότε αυτές οι πόρτες γίνονται οι πόρτες των λάθος επιλογών σου, οι πόρτες της φυλακής σου, οι πόρτες των βραδινών λυγμών σου.

Το παιδί που δεν ήρθε, ήταν η ταφόπλακα της σχέσης μας.  Περίεργο πως κάτι που δεν υπάρχει μπορεί να έχει τόσες συνέπειες.  Η σημειολογία της στάσης του ύπνου μας, απεικόνιζε τα στάδια του θανάτου.  Ξεκινήσαμε ο ένας πάνω στον άλλο, συνεχίσαμε αγκαλιασμένοι, μετά δίπλα δίπλα και στο τέλος γυρίζαμε την πλάτη ο ένας στον άλλο.

Έτσι και εκείνο το βράδυ, η πλάτη μου ήταν γυρισμένη. Η λάμα έσκισε το δέρμα δίπλα από την ωμοπλάτη, πέρασε τα τρία χιλιοστά υποδόριου λίπους και σκίζοντας τον τραπεζοειδή και τον υπακάνθιο μυ, πέρασε μεταξύ 3ης και 4ης πλευράς.  Καθώς έσκιζε τον πνεύμονά μου, ίσως η ζημιά να μην ήταν αρκετή για να με σκοτώσει αν δεν διεμβόλιζε τον αριστερά κοιλία του μυοκάρδιου και δεν έσκιζε και την περισπωμένη αρτηρία.

Πέθανα σχεδόν ακαριαία.  Δεν χάνεις πολλά με τον θάνατο.  Τουλάχιστον, όχι τόσα όσα νόμιζα.  Αυτό που έχασα είναι η διάρκεια: μέλλον και παρελθόν.

Το μέλλον το έχασα αμέσως.  Δεν έχω κανένα, όπως είναι αυτονόητο.  Κάθε επιθυμία, κάθε όνειρο σβήστηκε διαμιάς. Το παρελθόν έφυγε πιο σιγά.  Αρχίζω και ξεχνάω το τι ένιωθα, τι πέρασα, τι συνέβει. Με μεγάλη δυσκολία μάζεψα τις μνήμες μου για να σας τις διηγηθώ. Σε λίγο θα μου είναι αδύνατον.

Μόνο το παρόν μου έμεινε.  Θυμάμαι τα τελευταία μου δευτερόλεπτα πριν πεθάνω.  Όμως με μια διαύγεια, που δεν είχα ποτέ στην ζωή.  Τα βλέπω σε κάθε λεπτομέρεια, νιώθω τα κύτταρα μου να σκίζονται από το λεπίδι, το αίμα μου να κυκλοφορεί και να χύνεται μέσα στο ίδιο μου το σώμα, τον πόνο που δεν ένιωσα στην αρχή και που στην συνέχεια με κυρίεψε, τις μαχαιριές, μία μία.

Μόνο που δεν μπορώ να δω το πρόσωπό της.  Τις συσπάσεις των 53 μυών της όταν μου έμπηγε το μαχαίρι, την ανακούφιση ή τον τρόμο ζωγραφισμένο στα μάτια της, το δάκρυ που έχυσε, αν το έχυσε.

Είναι που είχα γυρισμένη την πλάτη.

Blogged with Flock

6 comments:

Anonymous said...

Όμορφο!

Anonymous said...

Αναχρονιστικό!

Βάσκες said...

@Anonymous Ευχαριστώ!

@Anonymous Εξηγήσου!

ΠΕΝΤΑΝΟΣΤΙΜΗ said...

αν ειναι βιωμα εχει πονο και ο πονος ειναι διαχρονικος οχι αναχρονιστικος

ΠΙΣΣΑ ΚΑΙ ΠΟΥΠΟΥΛΑ said...

So ends the bloody business of the day (Homer)

Nomad said...

Και που να κρατούσε πριόνι...

:)

Ομορφο